Πενθεύς
842 πᾶν κρεῖσσον ὥστε μὴ ’γγελᾶν βάκχας ἐμοί .
843 ἐλθόντ’ ἐς οἴκους [ ... ] ἃν δοκῇ βουλεύσομαι .
Διόνυσος
844 ἔξεστι · πάντῃ τό γ’ ἐμὸν εὐτρεπὲς πάρα .
Πενθεύς
845 στείχοιμ’ ἄν · γὰρ ὅπλ’ ἔχων πορεύσομαι
846 τοῖσι σοῖσι πείσομαι βουλεύμασιν .
Διόνυσος
848 γυναῖκες , ἁνὴρ ἐς βόλον καθίσταται ,
847 ἥξει δὲ βάκχας , οὗ θανὼν δώσει δίκην .
849 Διόνυσε , νῦν σὸν ἔργον · οὐ γὰρ εἶ πρόσω ·
850 τεισώμεθ’ αὐτόν . πρῶτα δ’ ἔκστησον φρενῶν ,
851 ἐνεὶς ἐλαφρὰν λύσσαν · ὡς φρονῶν μὲν εὖ
852 οὐ μὴ θελήσῃ θῆλυν ἐνδῦναι στολήν ,
853 ἔξω δ’ ἐλαύνων τοῦ φρονεῖν ἐνδύσεται .
854 χρῄζω δέ νιν γέλωτα Θηβαίοις ὀφλεῖν
855 γυναικόμορφον ἀγόμενον δι’ ἄστεως
856 ἐκ τῶν ἀπειλῶν τῶν πρίν , αἷσι δεινὸς ἦν .
857 ἀλλ’ εἶμι κόσμον ὅνπερ εἰς Ἅιδου λαβὼν
858 ἄπεισι μητρὸς ἐκ χεροῖν κατασφαγείς ,
859 Πενθεῖ προσάψων · γνώσεται δὲ τὸν Διὸς
860 Διόνυσον , ὃς πέφυκεν ἐν τέλει θεός ,
861 δεινότατος , ἀνθρώποισι δ’ ἠπιώτατος .