Διόνυσος
821 στεῖλαί νυν ἀμφὶ χρωτὶ βυσσίνους πέπλους .
Πενθεύς
822 τί δὴ τόδ’ ; ἐς γυναῖκας ἐξ ἀνδρὸς τελῶ ;
Διόνυσος
823 μή σε κτάνωσιν , ἢν ἀνὴρ ὀφθῇς ἐκεῖ .
Πενθεύς
824 εὖ γ’ εἶπας αὖ τόδ’ · ὥς τις εἶ πάλαι σοφός .
Διόνυσος
825 Διόνυσος ἡμᾶς ἐξεμούσωσεν τάδε .
Πενθεύς
826 πῶς οὖν γένοιτ’ ἂν σύ με νουθετεῖς καλῶς ;
Διόνυσος
827 ἐγὼ στελῶ σε δωμάτων ἔσω μολών .
Πενθεύς
828 τίνα στολήν ; θῆλυν ; ἀλλ’ αἰδώς μ’ ἔχει .
Διόνυσος
829 οὐκέτι θεατὴς μαινάδων πρόθυμος εἶ .
Πενθεύς
830 στολὴν δὲ τίνα φῂς ἀμφὶ χρῶτ’ ἐμὸν βαλεῖν ;
Διόνυσος
831 κόμην μὲν ἐπὶ σῷ κρατὶ ταναὸν ἐκτενῶ .
Πενθεύς
832 τὸ δεύτερον δὲ σχῆμα τοῦ κόσμου τί μοι ;
Διόνυσος
833 πέπλοι ποδήρεις · ἐπὶ κάρᾳ δ’ ἔσται μίτρα .
Πενθεύς
834 καί τι πρὸς τοῖσδ’ ἄλλο προσθήσεις ἐμοί ;
Διόνυσος
835 θύρσον γε χειρὶ καὶ νεβροῦ στικτὸν δέρας .
Πενθεύς
836 οὐκ ἂν δυναίμην θῆλυν ἐνδῦναι στολήν .
Διόνυσος
837 ἀλλ’ αἷμα θήσεις συμβαλὼν βάκχαις μάχην .
Πενθεύς
838 ὀρθῶς · μολεῖν χρὴ πρῶτον εἰς κατασκοπήν .
Διόνυσος
839 σοφώτερον γοῦν κακοῖς θηρᾶν κακά .
Πενθεύς
840 καὶ πῶς δι’ ἄστεως εἶμι Καδμείους λαθών ;
Διόνυσος
841 ὁδοὺς ἐρήμους ἴμεν · ἐγὼ δ’ ἡγήσομαι .