Διόνυσος
912 σὲ τὸν πρόθυμον ὄνθ’ μὴ χρεὼν ὁρᾶν
913 σπεύδοντά τ’ ἀσπούδαστα , Πενθέα λέγω ,
914 ἔξιθι πάροιθε δωμάτων , ὄφθητί μοι ,
915 σκευὴν γυναικὸς μαινάδος βάκχης ἔχων ,
916 μητρός τε τῆς σῆς καὶ λόχου κατάσκοπος ·
917 πρέπεις δὲ Κάδμου θυγατέρων μορφὴν μιᾷ .
Πενθεύς
918 καὶ μὴν ὁρᾶν μοι δύο μὲν ἡλίους δοκῶ ,
919 δισσὰς δὲ Θήβας καὶ πόλισμ’ ἑπτάστομον ·
920 καὶ ταῦρος ἡμῖν πρόσθεν ἡγεῖσθαι δοκεῖς
921 καὶ σῷ κέρατα κρατὶ προσπεφυκέναι .
922 ἀλλ’ ποτ’ ἦσθα θήρ ; τεταύρωσαι γὰρ οὖν .
Διόνυσος
923 θεὸς ὁμαρτεῖ , πρόσθεν ὢν οὐκ εὐμενής ,
924 ἔνσπονδος ἡμῖν · νῦν δ’ ὁρᾷς χρή σ’ ὁρᾶν .
Πενθεύς
925 τί φαίνομαι δῆτ’ ; οὐχὶ τὴν Ἰνοῦς στάσιν
926 τὴν Ἀγαύης ἑστάναι , μητρός γ’ ἐμῆς ;
Διόνυσος
927 αὐτὰς ἐκείνας εἰσορᾶν δοκῶ σ’ ὁρῶν .
928 ἀλλ’ ἐξ ἕδρας σοι πλόκαμος ἐξέστηχ’ ὅδε ,
929 οὐχ ὡς ἐγώ νιν ὑπὸ μίτρᾳ καθήρμοσα .
Πενθεύς
930 ἔνδον προσείων αὐτὸν ἀνασείων τ’ ἐγὼ
931 καὶ βακχιάζων ἐξ ἕδρας μεθώρμισα .
Διόνυσος
932 ἀλλ’ αὐτὸν ἡμεῖς , οἷς σε θεραπεύειν μέλει ,
933 πάλιν καταστελοῦμεν · ἀλλ’ ὄρθου κάρα .