Πενθεύς
934 ἰδού , σὺ κόσμει · σοὶ γὰρ ἀνακείμεσθα δή .
Διόνυσος
935 ζῶναί τέ σοι χαλῶσι κοὐχ ἑξῆς πέπλων
936 στολίδες ὑπὸ σφυροῖσι τείνουσιν σέθεν .
Πενθεύς
937 κἀμοὶ δοκοῦσι παρά γε δεξιὸν πόδα ·
938 τἀνθένδε δ’ ὀρθῶς παρὰ τένοντ’ ἔχει πέπλος .
Διόνυσος
939 πού με τῶν σῶν πρῶτον ἡγήσῃ φίλων ,
940 ὅταν παρὰ λόγον σώφρονας βάκχας ἴδῃς .
Πενθεύς
941 πότερα δὲ θύρσον δεξιᾷ λαβὼν χερὶ
942 τῇδε , βάκχῃ μᾶλλον εἰκασθήσομαι ;
Διόνυσος
943 ἐν δεξιᾷ χρὴ χἅμα δεξιῷ ποδὶ
944 αἴρειν νιν · αἰνῶ δ’ ὅτι μεθέστηκας φρενῶν .
Πενθεύς
945 ἆρ’ ἂν δυναίμην τὰς Κιθαιρῶνος πτυχὰς
946 αὐταῖσι βάκχαις τοῖς ἐμοῖς ὤμοις φέρειν ;
Διόνυσος
947 δύναι’ ἄν , εἰ βούλοιο · τὰς δὲ πρὶν φρένας
948 οὐκ εἶχες ὑγιεῖς , νῦν δ’ ἔχεις οἵας σε δεῖ .
Πενθεύς
949 μοχλοὺς φέρωμεν ; χεροῖν ἀνασπάσω
950 κορυφαῖς ὑποβαλὼν ὦμον βραχίονα ;
Διόνυσος
951 μὴ σύ γε τὰ Νυμφῶν διολέσῃς ἱδρύματα
952 καὶ Πανὸς ἕδρας ἔνθ’ ἔχει συρίγματα .
Πενθεύς
953 καλῶς ἔλεξας · οὐ σθένει νικητέον
954 γυναῖκας · ἐλάταισιν δ’ ἐμὸν κρύψω δέμας .
Διόνυσος
955 κρύψῃ σὺ κρύψιν ἥν σε κρυφθῆναι χρεών ,
956 ἐλθόντα δόλιον μαινάδων κατάσκοπον .