Χορός
977 ἴτε θοαὶ Λύσσας κύνες ἴτ’ εἰς ὄρος ,
978 θίασον ἔνθ’ ἔχουσι Κάδμου κόραι ,
979 ἀνοιστρήσατέ νιν
980 ἐπὶ τὸν ἐν γυναικομίμῳ στολᾷ
981 λυσσώδη κατάσκοπον μαινάδων .
982 μάτηρ πρῶτά νιν λευρᾶς ἀπὸ πέτρας
983 σκόλοπος ὄψεται
984 δοκεύοντα , μαινάσιν δ’ ἀπύσει ·
985 Τίς ὅδ’ ὀρειδρόμων
986 μαστὴρ Καδμείων ἐς ὄρος ἐς ὄρος ἔμολ’
987 ἔμολεν , βάκχαι ; τίς ἄρα νιν ἔτεκεν ;
988 οὐ γὰρ ἐξ αἵματος
989 γυναικῶν ἔφυ , λεαίνας δέ τινος
990 ὅδ’ Γοργόνων Λιβυσσᾶν γένος .
992 ἴτω δίκα φανερός , ἴτω ξιφηφόρος
993 φονεύουσα λαιμῶν διαμπὰξ
995 τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος
996 γόνον γηγενῆ .
997 ὃς ἀδίκῳ γνώμᾳ παρανόμῳ τ’ ὀργᾷ
998 περὶ { σὰ } Βάκχι’ , ὄργια ματρός τε σᾶς
999 μανείσᾳ πραπίδι
1000 παρακόπῳ τε λήματι στέλλεται ,
1001 τἀνίκατον ὡς κρατήσων βίᾳ ,
1002 γνωμᾶν σωφρόνα θάνατος ἀπροφάσιστος
1003 ἐς τὰ θεῶν ἔφυ ·
1004 βροτείως τ’ ἔχειν ἄλυπος βίος .
1005 τὸ σοφὸν οὐ φθονῶ ·
1006 χαίρω θηρεύουσα · τὰ δ’ ἕτερα μεγάλα
1007 φανερά τ’ · , νάει { ν } ἐπὶ τὰ καλὰ βίον ,
1008 ἦμαρ ἐς νύκτα τ’ εὐαγοῦντ’
1009 εὐσεβεῖν , τὰ δ’ ἔξω νόμιμα
1010 δίκας ἐκβαλόντα τιμᾶν θεούς .
1013 ἴτω δίκα φανερός , ἴτω ξιφηφόρος
1014 φονεύουσα λαιμῶν διαμπὰξ
1015 τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος
1016 τόκον γηγενῆ .
1018 φάνηθι ταῦρος πολύκρανος ἰδεῖν
1019 δράκων πυριφλέγων ὁρᾶσθαι λέων .
1020 ἴθ’ , Βάκχε , θηραγρευτᾷ βακχᾶν
1021 γελῶντι προσώπῳ περίβαλε βρόχον
1022 θανάσιμον ὑπ’ ἀγέλαν πεσόντι
1023 τὰν μαινάδων .