Πενθεύς
957 καὶ μὴν δοκῶ σφᾶς ἐν λόχμαις ὄρνιθας ὣς
958 λέκτρων ἔχεσθαι φιλτάτοις ἐν ἕρκεσιν .
Διόνυσος
959 οὐκοῦν ἐπ’ αὐτὸ τοῦτ’ ἀποστέλλῃ φύλαξ ·
960 λήψῃ δ’ ἴσως σφᾶς , ἢν σὺ μὴ ληφθῇς πάρος .
Πενθεύς
961 κόμιζε διὰ μέσης με Θηβαίας χθονός ·
962 μόνος γὰρ αὐτῶν εἰμ’ ἀνὴρ τολμῶν τόδε .
Διόνυσος
963 μόνος σὺ πόλεως τῆσδ’ ὑπερκάμνεις , μόνος ·
964 τοιγάρ σ’ ἀγῶνες ἀναμένουσιν οὓς ἐχρῆν .
965 ἕπου δέ · πομπὸς [ δ’ ] εἶμ’ ἐγὼ σωτήριος ,
966 κεῖθεν δ’ ἀπάξει σ’ ἄλλος .
Πενθεύς
τεκοῦσά γε .
Διόνυσος
967 ἐπίσημον ὄντα πᾶσιν .
Πενθεύς
ἐπὶ τόδ’ ἔρχομαι .
Διόνυσος
968 φερόμενος ἥξεις [ ... ]
Πενθεύς
ἁβρότητ’ ἐμὴν λέγεις .
Διόνυσος
969 ἐν χερσὶ μητρός .
Πενθεύς
καὶ τρυφᾶν μ’ ἀναγκάσεις .
Διόνυσος
970 τρυφάς γε τοιάσδε .
Πενθεύς
ἀξίων μὲν ἅπτομαι .
Διόνυσος
971 δεινὸς σὺ δεινὸς κἀπὶ δείν’ ἔρχῃ πάθη ,
972 ὥστ’ οὐρανῷ στηρίζον εὑρήσεις κλέος .
973 ἔκτειν’ , Ἀγαύη , χεῖρας αἵ θ’ ὁμόσποροι
974 Κάδμου θυγατέρες · τὸν νεανίαν ἄγω
975 τόνδ’ εἰς ἀγῶνα μέγαν , νικήσων δ’ ἐγὼ
976 καὶ Βρόμιος ἔσται . τἄλλα δ’ αὐτὸ σημανεῖ .