Ἀγαύη
1274 Σπαρτῷ μ’ ἔδωκας , ὡς λέγουσ’ , Ἐχίονι .
Κάδμος
1275 τίς οὖν ἐν οἴκοις παῖς ἐγένετο σῷ πόσει ;
Ἀγαύη
1276 Πενθεύς , ἐμῇ τε καὶ πατρὸς κοινωνίᾳ .
Κάδμος
1277 τίνος πρόσωπον δῆτ’ ἐν ἀγκάλαις ἔχεις ;
Ἀγαύη
1278 λέοντος , ὥς γ’ ἔφασκον αἱ θηρώμεναι .
Κάδμος
1279 σκέψαι νυν ὀρθῶς · βραχὺς μόχθος εἰσιδεῖν .
Ἀγαύη
1280 ἔα , τί λεύσσω ; τί φέρομαι τόδ’ ἐν χεροῖν ;
Κάδμος
1281 ἄθρησον αὐτὸ καὶ σαφέστερον μάθε .
Ἀγαύη
1282 ὁρῶ μέγιστον ἄλγος τάλαιν’ ἐγώ .
Κάδμος
1283 μῶν σοι λέοντι φαίνεται προσεικέναι ;
Ἀγαύη
1284 οὔκ , ἀλλὰ Πενθέως τάλαιν’ ἔχω κάρα .
Κάδμος
1285 ᾠμωγμένον γε πρόσθεν σὲ γνωρίσαι .
Ἀγαύη
1286 τίς ἔκτανέν νιν ; πῶς ἐμὰς ἦλθεν χέρας ;
Κάδμος
1287 δύστην’ ἀλήθει’ , ὡς ἐν οὐ καιρῷ πάρει .
Ἀγαύη
1288 λέγ’ , ὡς τὸ μέλλον καρδία πήδημ’ ἔχει .
Κάδμος
1289 σύ νιν κατέκτας καὶ κασίγνηται σέθεν .
Ἀγαύη
1290 ποῦ δ’ ὤλετ’ ; κατ’ οἶκον ; ποίοις τόποις ;
Κάδμος
1291 οὗπερ πρὶν Ἀκτέωνα διέλαχον κύνες .
Ἀγαύη
1292 τί δ’ ἐς Κιθαιρῶν’ ἦλθε δυσδαίμων ὅδε ;
Κάδμος
1293 ἐκερτόμει θεὸν σάς τε βακχείας μολών .
Ἀγαύη
1294 ἡμεῖς δ’ ἐκεῖσε τίνι τρόπῳ κατήραμεν ;
Κάδμος
1295 ἐμάνητε , πᾶσά τ’ ἐξεβακχεύθη πόλις .