Ἀγαύη
1251 ὡς δύσκολον τὸ γῆρας ἀνθρώποις ἔφυ
1252 ἔν τ’ ὄμμασι σκυθρωπόν . εἴθε παῖς ἐμὸς
1253 εὔθηρος εἴη , μητρὸς εἰκασθεὶς τρόποις ,
1254 ὅτ’ ἐν νεανίαισι Θηβαίοις ἅμα
1255 θηρῶν ὀριγνῷτ’ · ἀλλὰ θεομαχεῖν μόνον
1256 οἷός τ’ ἐκεῖνος . νουθετητέος , πάτερ ,
1257 σοὐστίν . τίς αὐτὸν δεῦρ’ ἂν ὄψιν εἰς ἐμὴν
1258 καλέσειεν , ὡς ἴδῃ με τὴν εὐδαίμονα ;
Κάδμος
1259 φεῦ φεῦ · φρονήσασαι μὲν οἷ’ ἐδράσατε
1260 ἀλγήσετ’ ἄλγος δεινόν · εἰ δὲ διὰ τέλους
1261 ἐν τῷδ’ ἀεὶ μενεῖτ’ ἐν καθέστατε ,
1262 οὐκ εὐτυχοῦσαι δόξετ’ οὐχὶ δυστυχεῖν .
Ἀγαύη
1263 τί δ’ οὐ καλῶς τῶνδ’ τί λυπηρῶς ἔχει ;
Κάδμος
1264 πρῶτον μὲν ἐς τόνδ’ αἰθέρ’ ὄμμα σὸν μέθες .
Ἀγαύη
1265 ἰδού · τί μοι τόνδ’ ἐξυπεῖπας εἰσορᾶν ;
Κάδμος
1266 ἔθ’ αὑτὸς σοι μεταβολὰς ἔχειν δοκεῖ ;
Ἀγαύη
1267 λαμπρότερος πρὶν καὶ διειπετέστερος .
Κάδμος
1268 τὸ δὲ πτοηθὲν τόδ’ ἔτι σῇ ψυχῇ πάρα ;
Ἀγαύη
1269 οὐκ οἶδα τοὔπος τοῦτο . γίγνομαι δέ πως
1270 ἔννους , μετασταθεῖσα τῶν πάρος φρενῶν .
Κάδμος
1271 κλύοις ἂν οὖν τι κἀποκρίναι’ ἂν σαφῶς ;
Ἀγαύη
1272 ὡς ἐκλέλησμαί γ’ πάρος εἴπομεν , πάτερ .
Κάδμος
1273 ἐς ποῖον ἦλθες οἶκον ὑμεναίων μέτα ;