Ὀδυσσεύς
149 βούλῃ σε γεύσω πρῶτον ἄκρατον μέθυ ;
Σιληνός
150 δίκαιον · γὰρ γεῦμα τὴν ὠνὴν καλεῖ .
Ὀδυσσεύς
151 καὶ μὴν ἐφέλκω καὶ ποτῆρ’ ἀσκοῦ μέτα .
Σιληνός
152 φέρ’ ἐκπάταξον , ὡς ἀναμνησθῶ πιών .
Ὀδυσσεύς
153 ἰδού .
Σιληνός
παπαιάξ , ὡς καλὴν ὀσμὴν ἔχει .
Ὀδυσσεύς
154 εἶδες γὰρ αὐτήν ;
Σιληνός
οὐ μὰ Δί’ , ἀλλ’ ὀσφραίνομαι .
Ὀδυσσεύς
155 γεῦσαί νυν , ὡς ἂν μὴ λόγῳ ’’παινῇς μόνον .
Σιληνός
156 βαβαί · χορεῦσαι παρακαλεῖ μ’ Βάκχιος .
157 .
Ὀδυσσεύς
158 μῶν τὸν λάρυγγα διεκάναξέ σου καλῶς ;
Σιληνός
159 ὥστ’ εἰς ἄκρους γε τοὺς ὄνυχας ἀφίκετο .
Ὀδυσσεύς
160 πρὸς τῷδε μέντοι καὶ νόμισμα δώσομεν .
Σιληνός
161 χάλα τὸν ἀσκὸν μόνον · ἔα τὸ χρυσίον .
Ὀδυσσεύς
162 ἐκφέρετέ νυν τυρεύματ’ μήλων τόκον .