Ὀδυσσεύς
129 αὐτὸς δὲ Κύκλωψ ποῦ ’στιν ; δόμων ἔσω ;
Σιληνός
130 φροῦδος πρὸς Αἴτνῃ θῆρας ἰχνεύων κυσίν .
Ὀδυσσεύς
131 οἶσθ’ οὖν δρᾶσον , ὡς ἀπαίρωμεν χθονός ;
Σιληνός
132 οὐκ οἶδ’ , Ὀδυσσεῦ · πᾶν δέ σοι δρῴημεν ἄν .
Ὀδυσσεύς
133 ὅδησον ἡμῖν σῖτον , οὗ σπανίζομεν .
Σιληνός
134 οὐκ ἔστιν , ὥσπερ εἶπον , ἄλλο πλὴν κρέας .
Ὀδυσσεύς
135 ἀλλ’ ἡδὺ λιμοῦ καὶ τόδε σχετήριον .
Σιληνός
136 καὶ τυρὸς ὀπίας ἔστι καὶ βοὸς γάλα .
Ὀδυσσεύς
137 ἐκφέρετε · φῶς γὰρ ἐμπολήμασιν πρέπει .
Σιληνός
138 σὺ δ’ ἀντιδώσεις , εἰπέ μοι , χρυσὸν πόσον ;
Ὀδυσσεύς
139 οὐ χρυσόν , ἀλλὰ πῶμα Διονύσου φέρω .
Σιληνός
140 φίλτατ’ εἰπών , οὗ σπανίζομεν πάλαι .
Ὀδυσσεύς
141 καὶ μὴν Μάρων μοι πῶμ’ ἔδωκε , παῖς θεοῦ .
Σιληνός
142 ὃν ἐξέθρεψα ταῖσδ’ ἐγώ ποτ’ ἀγκάλαις ;
Ὀδυσσεύς
143 Βακχίου παῖς , ὡς σαφέστερον μάθῃς .
Σιληνός
144 ἐν σέλμασιν νεώς ἐστιν , φέρεις σύ νιν ;
Ὀδυσσεύς
145 ὅδ’ ἁσκὸς ὃς κεύθει νιν · ὡς ὁρᾷς , γέρον .
Σιληνός
146 οὗτος μὲν οὐδ’ ἂν τὴν γνάθον πλήσειέ μου .
Ὀδυσσεύς
147 ναί ·
147a δὶς { γὰρ } τόσον πῶμ’ ὅσον ἂν ἐξ ἀσκοῦ ῥυῇ .
Σιληνός
148 καλήν γε κρήνην εἶπας ἡδεῖάν τ’ ἐμοί .