Χορός
179 οὔκουν , ἐπειδὴ τὴν νεᾶνιν εἵλετε ,
180 ἅπαντες αὐτὴν διεκροτήσατ’ ἐν μέρει ,
181 ἐπεί γε πολλοῖς ἥδεται γαμουμένη ;
182 τὴν προδότιν , τοὺς θυλάκους τοὺς ποικίλους
183 περὶ τοῖν σκελοῖν ἰδοῦσα καὶ τὸν χρύσεον
184 κλῳὸν φοροῦντα περὶ μέσον τὸν αὐχένα
185 ἐξεπτοήθη , Μενέλεων , ἀνθρώπιον
186 λῷστον , λιποῦσα . μηδαμοῦ γένος ποτὲ
187 φῦναι γυναικῶν ὤφελ’ εἰ μὴ ’μοὶ μόνῳ .
Σιληνός
188 ἰδοὺ τάδ’ ὑμῖν ποιμένων βοσκήματα ,
189 ἄναξ Ὀδυσσεῦ , μηκάδων ἀρνῶν τροφαί ,
190 πηκτοῦ γάλακτός τ’ οὐ σπάνια τυρεύματα .
191 φέρεσθε · χωρεῖθ’ ὡς τάχιστ’ ἄντρων ἄπο ,
192 βότρυος ἐμοὶ πῶμ’ ἀντιδόντες εὐίου .
193 οἴμοι · Κύκλωψ ὅδ’ ἔρχεται · τί δράσομεν ;
Ὀδυσσεύς
194 ἀπολώλαμεν γάρ , γέρον · ποῖ χρὴ φυγεῖν ;
Σιληνός
195 ἔσω πέτρας τῆσδ’ , οὗπερ ἂν λάθοιτέ γε .
Ὀδυσσεύς
196 δεινὸν τόδ’ εἶπας , ἀρκύων μολεῖν ἔσω .
Σιληνός
197 οὐ δεινόν · εἰσὶ καταφυγαὶ πολλαὶ πέτρας .