Ὀδυσσεύς
198 οὐ δῆτ’ · ἐπεί τἂν μεγάλα γ’ Τροία στένοι ,
199 εἰ φευξόμεσθ’ ἕν’ ἄνδρα , μυρίον δ’ ὄχλον
200 Φρυγῶν ὑπέστην πολλάκις σὺν ἀσπίδι .
201 ἀλλ’ , εἰ θανεῖν δεῖ , κατθανούμεθ’ εὐγενῶς ,
202 ζῶντες αἶνον τὸν πάρος συσσώσομεν .
Κύκλωψ
203 ἄνεχε · πάρεχε · τί τάδε · τίς ῥᾳθυμία ;
204 τί βακχιάζετ’ ; οὐχὶ Διόνυσος τάδε ,
205 οὐ κρόταλα χαλκοῦ τυμπάνων τ’ ἀράγματα .
206 πῶς μοι κατ’ ἄντρα νεόγονα βλαστήματα ;
207 πρός γε μαστοῖς εἰσι χὑπὸ μητέρων
208 πλευρὰς τρέχουσι , σχοινίνοις τ’ ἐν τεύχεσιν
209 πλήρωμα τυρῶν ἐστιν ἐξημελγμένον ;
210 τί φατε ; τί λέγετε ; τάχα τις ὑμῶν τῷ ξύλῳ
211 δάκρυα μεθήσει · βλέπετ’ ἄνω καὶ μὴ κάτω .
Χορός
212 ἰδού , πρὸς αὐτὸν τὸν Δί’ ἀνακεκύφαμεν ,
213 καὶ τἄστρα καὶ τὸν Ὠρίωνα δέρκομαι .
Κύκλωψ
214 ἄριστόν ἐστιν εὖ παρεσκευασμένον ;
Χορός
215 πάρεστιν . φάρυγξ εὐτρεπὴς ἔστω μόνον .
Κύκλωψ
216 καὶ γάλακτός εἰσι κρατῆρες πλέῳ ;
Χορός
217 ὥστ’ ἐκπιεῖν γέ σ’ , ἢν θέλῃς , ὅλον πίθον .
Κύκλωψ
218 μήλειον βόειον μεμιγμένον ;
Χορός
219 ὧν ἂν θέλῃς σύ , μὴ ’μὲ καταπίῃς μόνον .