Κύκλωψ
241 ἄληθες ; οὔκουν κοπίδας ὡς τάχιστ’ ἰὼν
242 θήξεις μαχαίρας καὶ μέγαν φάκελον ξύλων
243 ἐπιθεὶς ἀνάψεις ; ὡς σφαγέντες αὐτίκα
244 πλήσουσι νηδὺν τὴν ἐμὴν ἀπ’ ἄνθρακος
245 θερμὴν ἔδοντος δαῖτα τῷ κρεανόμῳ ,
246 τὰ δ’ ἐκ λέβητος ἑφθὰ καὶ τετηκότα .
247 ὡς ἔκπλεώς γε δαιτός εἰμ’ ὀρεσκόου ·
248 ἅλις λεόντων ἐστί μοι θοινωμένῳ
249 ἐλάφων τε , χρόνιος δ’ εἴμ’ ἀπ’ ἀνθρώπων βορᾶς .
Σιληνός
250 τὰ καινά γ’ ἐκ τῶν ἠθάδων , δέσποτα ,
251 ἡδίον’ ἐστίν . οὐ γὰρ αὖ νεωστί γε
252 ἄλλοι πρὸς ἄντρα σοι ἐσαφίκοντο ξένοι .
Ὀδυσσεύς
253 Κύκλωψ , ἄκουσον ἐν μέρει καὶ τῶν ξένων .
254 ἡμεῖς βορᾶς χρῄζοντες ἐμπολὴν λαβεῖν
255 σῶν ἆσσον ἄντρων ἤλθομεν νεὼς ἄπο .
256 τοὺς δ’ ἄρνας ἡμῖν οὗτος ἀντ’ οἴνου σκύφου
257 ἀπημπόλα τε κἀδίδου πιεῖν λαβὼν
258 ἑκὼν ἑκοῦσι , κοὐδὲν ἦν τούτων βίᾳ .
259 ἀλλ’ οὗτος ὑγιὲς οὐδὲν ὧν φησιν λέγει ,
260 ἐπεὶ κατελήφθη σοῦ λάθρᾳ πωλῶν τὰ σά .
Σιληνός
261 ἐγώ ; κακῶς γὰρ ἐξόλοι’ .
Ὀδυσσεύς
εἰ ψεύδομαι .