Σιληνός
262 μὰ τὸν Ποσειδῶ τὸν τεκόντα σ’ , Κύκλωψ ,
263 μὰ τὸν μέγαν Τρίτωνα καὶ τὸν Νηρέα ,
264 μὰ τὴν Καλυψὼ τάς τε Νηρέως κόρας ,
265 τά θ’ ἱερὰ κύματ’ ἰχθύων τε πᾶν γένος ,
266 ἀπώμοσ’ , κάλλιστον Κυκλώπιον ,
267 δεσποτίσκε , μὴ τὰ σ’ ἐξοδᾶν ἐγὼ
268 ξένοισι χρήματ’ . κακῶς οὗτοι κακοὶ
269 οἱ παῖδες ἀπόλοινθ’ , οὓς μάλιστ’ ἐγὼ φιλῶ .
Χορός
270 αὐτὸς ἔχ’ . ἔγωγε τοῖς ξένοις τὰ χρήματα
271 περνάντα σ’ εἶδον · εἰ δ’ ἐγὼ ψευδῆ λέγω ,
272 ἀπόλοιθ’ πατήρ μου · τοὺς ξένους δὲ μὴ ἀδίκει .
Κύκλωψ
273 ψεύδεσθ’ · ἔγωγε τῷδε τοῦ Ῥαδαμάνθυος
274 μᾶλλον πέποιθα καὶ δικαιότερον λέγω .
275 θέλω δ’ ἐρέσθαι · πόθεν ἐπλεύσατ’ , ξένοι ;
276 ποδαποί ; τίς ὑμᾶς ἐξεπαίδευσεν πόλις ;
Ὀδυσσεύς
277 Ἰθακήσιοι μὲν τὸ γένος , Ἰλίου δ’ ἄπο ,
278 πέρσαντες ἄστυ , πνεύμασιν θαλασσίοις
279 σὴν γαῖαν ἐξωσθέντες ἥκομεν , Κύκλωψ .
Κύκλωψ
280 τῆς κακίστης οἳ μετήλθεθ’ ἁρπαγὰς
281 Ἑλένης Σκαμάνδρου γείτον’ Ἰλίου πόλιν ;
Ὀδυσσεύς
282 οὗτοι , πόνον τὸν δεινὸν ἐξηντληκότες .
Κύκλωψ
283 αἰσχρὸν στράτευμά γ’ , οἵτινες μιᾶς χάριν
284 γυναικὸς ἐξεπλεύσατ’ ἐς γαῖαν Φρυγῶν .