Κύκλωψ
503 παπαπᾶ · πλέως μὲν οἴνου ,
504 γάνυμαι { δὲ } δαιτὸς ἥβῃ ,
505 σκάφος ὁλκὰς ὣς γεμισθεὶς
506 ποτὶ σέλμα γαστρὸς ἄκρας .
507 ὑπάγει μ’ χόρτος εὔφρων
508 ἐπὶ κῶμον ἦρος ὥραις
509 ἐπὶ Κύκλωπας ἀδελφούς .
510 φέρε μοι , ξεῖνε , φέρ’ , ἀσκὸν ἔνδος μοι . [ ... ]
Χορός
511 καλὸν ὄμμασιν δεδορκὼς
512 Καλὸς ἐκπερᾷ μελάθρων .
513 { παπαπᾶ · } φιλεῖ τις ἡμᾶς . λύχνα
514 δ’ { ἀμμένον δαΐα σὸν }
515 { χρόα χὡς } τέρεινα νύμφα
516 δροσερῶν ἔσωθεν ἄντρων .
517 στεφάνων δ’ οὐ μία χροιὰ
518 περὶ σὸν κρᾶτα τάχ’ ἐξομιλήσει . [ ... ] [ ... ]
Ὀδυσσεύς
519 Κύκλωψ , ἄκουσον · ὡς ἐγὼ τοῦ Βακχίου
520 τούτου τρίβων εἴμ’ , ὃν πιεῖν ἔδωκά σοι .
Κύκλωψ
521 Βάκχιος δὲ τίς θεὸς νομίζεται ;
Ὀδυσσεύς
522 μέγιστος ἀνθρώποισιν ἐς τέρψιν βίου .
Κύκλωψ
523 ἐρυγγάνω γοῦν αὐτὸν ἡδέως ἐγώ .
Ὀδυσσεύς
524 τοιόσδ’ δαίμων · οὐδένα βλάπτει βροτῶν .
Κύκλωψ
525 θεὸς δ’ ἐν ἀσκῷ πῶς γέγηθ’ οἴκους ἔχων ;
Ὀδυσσεύς
526 ὅπου τιθῇ τις , ἐνθάδ’ ἐστὶν εὐπετής .
Κύκλωψ
527 οὐ τοὺς θεοὺς χρὴ σῶμ’ ἔχειν ἐν δέρμασιν .