Ὀδυσσεύς
528 τί δ’ , εἴ σε τέρπει γ’ ; τὸ δέρμα σοι πικρόν ;
Κύκλωψ
529 μισῶ τὸν ἀσκόν · τὸ δὲ ποτὸν φιλῶ τόδε .
Ὀδυσσεύς
530 μένων νυν αὐτοῦ πῖνε κεὐθύμει , Κύκλωψ .
Κύκλωψ
531 οὐ χρή μ’ ἀδελφοῖς τοῦδε προσδοῦναι ποτοῦ ;
Ὀδυσσεύς
532 ἔχων γὰρ αὐτὸς τιμιώτερος φανῇ .
Κύκλωψ
533 διδοὺς δὲ τοῖς φίλοισι χρησιμώτερος .
Ὀδυσσεύς
534 πυγμὰς κῶμος λοίδορόν τ’ ἔριν φιλεῖ .
Κύκλωψ
535 μεθύω μέν , ἔμπας δ’ οὔτις ἂν ψαύσειέ μου .
Ὀδυσσεύς
536 τᾶν , πεπωκότ’ ἐν δόμοισι χρὴ μένειν .
Κύκλωψ
537 ἠλίθιος ὅστις μὴ πιὼν κῶμον φιλεῖ .
Ὀδυσσεύς
538 ὃς δ’ ἂν μεθυσθείς γ’ ἐν δόμοις μείνῃ , σοφός .
Κύκλωψ
539 τί δρῶμεν , Σιληνέ ; σοὶ μένειν δοκεῖ ;
Σιληνός
540 δοκεῖ . τί γὰρ δεῖ συμποτῶν ἄλλων , Κύκλωψ ;
Κύκλωψ
541 καὶ μὴν λαχνῶδές τ’ οὖδας ἀνθηρᾶς χλόης . . . .
Σιληνός
542 καὶ πρός γε θάλπος ἡλίου πίνειν καλόν .
543 κλίθητί νύν μοι πλευρὰ θεὶς ἐπὶ χθονός .