Χορός
596 πέτρας τὸ λῆμα κἀδάμαντος ἕξομεν .
597 χώρει δ’ ἐς οἴκους , πρίν τι τὸν πατέρα παθεῖν
598 ἀπάλαμνον · ὥς σοι τἀνθάδ’ ἐστὶν εὐτρεπῆ .
Ὀδυσσεύς
599 Ἥφαιστ’ , ἄναξ Αἰτναῖε , γείτονος κακοῦ
600 λαμπρὸν πυρώσας ὄμμ’ ἀπαλλάχθηθ’ ἅπαξ ,
601 σύ τ’ , μελαίνης Νυκτὸς ἐκπαίδευμ’ , Ὕπνε ,
602 ἄκρατος ἐλθὲ θηρὶ τῷ θεοστυγεῖ ,
603 καὶ μὴ ’πὶ καλλίστοισι Τρωικοῖς πόνοις
604 αὐτόν τε ναύ { τα } ς τ’ ἀπολέσητ’ Ὀδυσσέα
605 ὑπ’ ἀνδρός , θεῶν οὐδὲν βροτῶν μέλει .
606 τὴν τύχην μὲν δαίμον’ ἡγεῖσθαι χρεών ,
607 τὰ δαιμόνων δὲ τῆς τύχης ἐλάσσονα .
Χορός
608 λήψεται τὸν τράχηλον
609 ἐντόνως καρκίνος
610 τοῦ ξενοδαιτυμόνος · πυρὶ γὰρ τάχα
611 φωσφόρους ὀλεῖ κόρας .
612 ἤδη
613 δαλὸς ἠνθρακωμένος
615 κρύπτεται ἐς σποδιάν , δρυὸς ἄσπετον
616 ἔρνος · ἀλλ’ ἴτω Μάρων ·
πρασσέτω ·
617 μαινομένου ’ξελέτω βλέφαρον Κύκλωπος ,
618 ὡς πίῃ κακῶς .
619 κἀγὼ
620 τὸν φιλοκισσοφόρον Βρόμιον ποθεινὸν
621 εἰσιδεῖν θέλω ,
622 Κύκλωπος λιπὼν ἐρημίαν ·
623 ἆρ’ ἐς τοσόνδ’ ἀφίξομαι ;