Κύκλωψ
576 ἰοὺ ἰού ,
577 ὡς ἐξένευσα μόγις · ἄκρατος ἡ χάρις .
578 ὁ δ’ οὐρανός μοι συμμεμιγμένος δοκεῖ
579 τῇ γῇ φέρεσθαι , τοῦ Διός τε τὸν θρόνον
580 λεύσσω , τὸ πᾶν τε δαιμόνων ἁγνὸν σέβας .
581 — οὐκ ἂν φιλήσαιμ’ · — αἱ Χάριτες πειρῶσί με . —
582 ἅλις Γανυμήδην τόνδ’ ἔχων ἀναπαύσομαι .
583 κάλλιστα , νὴ τὰς Χάριτας . — ἥδομαι δέ πως
584 τοῖς παιδικοῖσι μᾶλλον ἢ τοῖς θήλεσιν .
Σιληνός
585 ἐγὼ γὰρ ὁ Διός εἰμι Γανυμήδης , Κύκλωψ ;
Κύκλωψ
586 ναὶ μὰ Δί’ , ὃν ἁρπάζω γ’ ἐγὼ ’κ τοῦ Δαρδάνου .
Σιληνός
587 ἀπόλωλα , παῖδες · σχέτλια πείσομαι κακά .
Κύκλωψ
588 μέμφῃ τὸν ἐραστὴν κἀντρυφᾷς πεπωκότι ;
Σιληνός
589 οἴμοι · πικρότατον οἶνον ὄψομαι τάχα .
Ὀδυσσεύς
590 ἄγε δή , Διονύσου παῖδες , εὐγενῆ τέκνα ,
591 ἔνδον μὲν ἁνήρ · τῷ δ’ ὕπνῳ παρειμένος
592 τάχ’ ἐξ ἀναιδοῦς φάρυγος ὠθήσει κρέα .
593 δαλὸς δ’ ἔσωθεν αὐλίων { ὠθεῖ } καπνὸν
594 παρευτρέπισται · κοὐδὲν ἄλλο πλὴν πυροῦν
595 Κύκλωπος ὄψιν · ἀλλ’ ὅπως ἀνὴρ ἔσῃ .