Ὀρέστης
367 φεῦ ·
οὐκ ἔστ’ ἀκριβὲς οὐδὲν εἰς εὐανδρίαν ·
368 ἔχουσι γὰρ ταραγμὸν αἱ φύσεις βροτῶν .
369 ἤδη γὰρ εἶδον ἄνδρα γενναίου πατρὸς
370 τὸ μηδὲν ὄντα , χρηστά τ’ ἐκ κακῶν τέκνα ,
371 λιμόν τ’ ἐν ἀνδρὸς πλουσίου φρονήματι ,
372 γνώμην τε μεγάλην ἐν πένητι σώματι .
373 πῶς οὖν τις αὐτὰ διαλαβὼν ὀρθῶς κρινεῖ ;
374 πλούτῳ ; πονηρῷ τἄρα χρήσεται κριτῇ .
375 τοῖς ἔχουσι μηδέν ; ἀλλ’ ἔχει νόσον
376 πενία , διδάσκει δ’ ἄνδρα τῇ χρείᾳ κακόν .
377 ἀλλ’ εἰς ὅπλ’ ἔλθω ; τίς δὲ πρὸς λόγχην βλέπων
378 μάρτυς γένοιτ’ ἂν ὅστις ἐστὶν ἁγαθός ;
379 κράτιστον εἰκῇ ταῦτ’ ἐᾶν ἀφειμένα .
380 οὗτος γὰρ ἁνὴρ οὔτ’ ἐν Ἀργείοις μέγας
381 οὔτ’ αὖ δοκήσει δωμάτων ὠγκωμένος ,
382 ἐν τοῖς δὲ πολλοῖς ὤν , ἄριστος ηὑρέθη .
383 οὐ μὴ ἀφρονήσεθ’ , οἳ κενῶν δοξασμάτων
384 πλήρεις πλανᾶσθε , τῇ δ’ ὁμιλίᾳ βροτοὺς
385 κρινεῖτε καὶ τοῖς ἤθεσιν τοὺς εὐγενεῖς ;
386 οἱ γὰρ τοιοῦτοι καὶ πόλεις οἰκοῦσιν εὖ
387 καὶ δώμαθ’ · αἱ δὲ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν
388 ἀγάλματ’ ἀγορᾶς εἰσιν . οὐδὲ γὰρ δόρυ
389 μᾶλλον βραχίων σθεναρὸς ἀσθενοῦς μένει ·
390 ἐν τῇ φύσει δὲ τοῦτο κἀν εὐψυχίᾳ .
391 ἀλλ’ ἄξιος γὰρ τε παρὼν τ’ οὐ παρὼν
392 Ἀγαμέμνονος παῖς , οὗπερ οὕνεχ’ ἥκομεν
393 δεξώμεθ’ οἴκων καταλύσεις . χωρεῖν χρεών ,
394 δμῶες , δόμων τῶνδ’ ἐντός . ὡς ἐμοὶ πένης
395 εἴη πρόθυμος πλουσίου μᾶλλον ξένος .
396 αἰνῶ μὲν οὖν τοῦδ’ ἀνδρὸς ἐσδοχὰς δόμων ,
397 ἐβουλόμην δ’ ἄν , εἰ κασίγνητός με σὸς
398 ἐς εὐτυχοῦντας ἦγεν εὐτυχῶν δόμους .
399 ἴσως δ’ ἂν ἔλθοι · Λοξίου γὰρ ἔμπεδοι
400 χρησμοί , βροτῶν δὲ μαντικὴν χαίρειν ἐῶ .