Πρέσβυς
508 ἀνόνηθ’ · ὅμως δ’ οὖν τοῦτό γ’ οὐκ ἠνεσχόμην .
509 ἦλθον γὰρ αὐτοῦ πρὸς τάφον πάρεργ’ ὁδοῦ
510 καὶ προσπεσὼν ἔκλαυσ’ ἐρημίας τυχών ,
511 σπονδάς τε , λύσας ἀσκὸν ὃν φέρω ξένοις ,
512 ἔσπεισα , τύμβῳ δ’ ἀμφέθηκα μυρσίνας .
513 πυρᾶς δ’ ἐπ’ αὐτῆς οἶν μελάγχιμον πόκῳ
514 σφάγιον ἐσεῖδον αἷμά τ’ οὐ πάλαι χυθὲν
515 ξανθῆς τε χαίτης βοστρύχους κεκαρμένους .
516 κἀθαύμασ’ , παῖ , τίς ποτ’ ἀνθρώπων ἔτλη
517 πρὸς τύμβον ἐλθεῖν · οὐ γὰρ Ἀργείων γέ τις .
518 ἀλλ’ ἦλθ’ ἴσως που σὸς κασίγνητος λάθρᾳ ,
519 μολὼν δ’ ἐθαύμασ’ ἄθλιον τύμβον πατρός .
520 σκέψαι δὲ χαίτην προστιθεῖσα σῇ κόμῃ ,
521 εἰ χρῶμα ταὐτὸν κουρίμης ἔσται τριχός ·
522 φιλεῖ γάρ , αἷμα ταὐτὸν οἷς ἂν πατρός ,
523 τὰ πόλλ’ ὅμοια σώματος πεφυκέναι .