Ἠλέκτρα
541 οὐκ οἶσθ’ , Ὀρέστης ἡνίκ’ ἐκπίπτει χθονός ,
542 νέαν μ’ ἔτ’ οὖσαν ; εἰ δὲ κἄκρεκον πέπλους ,
543 πῶς ἂν τότ’ ὢν παῖς ταὐτὰ νῦν ἔχοι φάρη ,
544 εἰ μὴ ξυναύξοινθ’ οἱ πέπλοι τῷ σώματι ;
545 ἀλλ’ τις αὐτοῦ τάφον ἐποικτίρας ξένος
546 { ἐκείρατ’ , τῆσδε σκοποὺς λαβὼν χθονὸς }
Πρέσβυς
547 οἱ δὲ ξένοι ποῦ ; βούλομαι γὰρ εἰσιδὼν
548 αὐτοὺς ἔρεσθαι σοῦ κασιγνήτου πέρι .
Ἠλέκτρα
549 οἵδ’ ἐκ δόμων βαίνουσι λαιψηρῷ ποδί .
Πρέσβυς
550 ἀλλ’ εὐγενεῖς μέν , ἐν δὲ κιβδήλῳ τόδε ·
551 πολλοὶ γὰρ ὄντες εὐγενεῖς εἰσιν κακοί .
552 ὅμως δέ . χαίρειν τοὺς ξένους προσεννέπω .
Ὀρέστης
553 χαῖρ’ , γεραιέ . τοῦ ποτ’ , Ἠλέκτρα , τόδε
554 παλαιὸν ἀνδρὸς λείψανον φίλων κυρεῖ ;
Ἠλέκτρα
555 οὗτος τὸν ἁμὸν πατέρ’ ἔθρεψεν , ξένε .
Ὀρέστης
556 τί φῄς ; ὅδ’ ὃς σὸν ἐξέκλεψε σύγγονον ;
Ἠλέκτρα
557 ὅδ’ ἔσθ’ σώσας κεῖνον , εἴπερ ἔστ’ ἔτι .
Ὀρέστης
558 ἔα ·
τί μ’ ἐσδέδορκεν ὥσπερ ἀργύρου σκοπῶν
559 λαμπρὸν χαρακτῆρ’ ; προσεικάζει μέ τῳ ;
Ἠλέκτρα
560 ἴσως Ὀρέστου σ’ ἥλιχ’ ἥδεται βλέπων .
Ὀρέστης
561 φίλου γε φωτός . τί δὲ κυκλεῖ πέριξ πόδα ;