Ἠλέκτρα
562 καὐτὴ τόδ’ εἰσορῶσα θαυμάζω , ξένε .
Πρέσβυς
563 ὦ πότνι’ , εὔχου , θύγατερ Ἠλέκτρα , θεοῖς .
Ἠλέκτρα
564 τί τῶν ἀπόντων ἢ τί τῶν ὄντων πέρι ;
Πρέσβυς
565 λαβεῖν φίλον θησαυρόν , ὃν φαίνει θεός .
Ἠλέκτρα
566 ἰδού · καλῶ θεούς . ἢ τί δὴ λέγεις , γέρον ;
Πρέσβυς
567 βλέψον νυν ἐς τόνδ’ , ὦ τέκνον , τὸν φίλτατον .
Ἠλέκτρα
568 πάλαι δέδορκα , μὴ σύ γ’ οὐκέτ’ εὖ φρονῇς .
Πρέσβυς
569 οὐκ εὖ φρονῶ ’γὼ σὸν κασίγνητον βλέπων ;
Ἠλέκτρα
570 πῶς εἶπας , ὦ γεραί’ , ἀνέλπιστον λόγον ;
Πρέσβυς
571 ὁρᾶν Ὀρέστην τόνδε τὸν Ἀγαμέμνονος .
Ἠλέκτρα
572 ποῖον χαρακτῆρ’ εἰσιδών , ᾧ πείσομαι ;
Πρέσβυς
573 οὐλὴν παρ’ ὀφρύν , ἥν ποτ’ ἐν πατρὸς δόμοις
574 νεβρὸν διώκων σοῦ μέθ’ ᾑμάχθη πεσών .
Ἠλέκτρα
575 πῶς φῄς ; ὁρῶ μὲν πτώματος τεκμήριον .
Πρέσβυς
576 ἔπειτα μέλλεις προσπίτνειν τοῖς φιλτάτοις ;
Ἠλέκτρα
577 ἀλλ’ οὐκέτ’ , ὦ γεραιέ · συμβόλοισι γὰρ
578 τοῖς σοῖς πέπεισμαι θυμόν . — ὦ χρόνῳ φανείς ,