Χορός
957 ἔπραξε δεινά , δεινὰ δ’ ἀντέδωκε σοὶ
958 καὶ τῷδ’ · ἔχει γὰρ Δίκη μέγα σθένος .
Ἠλέκτρα
959 εἶἑν · κομίζειν τοῦδε σῶμ’ ἔσω χρεὼν
960 σκότῳ τε δοῦναι , δμῶες , ὡς , ὅταν μόλῃ
961 μήτηρ , σφαγῆς πάροιθε μὴ εἰσίδῃ νεκρόν .
Ὀρέστης
962 ἐπίσχες · ἐμβάλωμεν εἰς ἄλλον λόγον .
Ἠλέκτρα
963 τί δ’ ; ἐκ Μυκηνῶν μῶν βοηδρόμους ὁρῶ ;
Ὀρέστης
964 οὔκ , ἀλλὰ τὴν τεκοῦσαν μ’ ἐγείνατο .
Ἠλέκτρα
965 καλῶς ἄρ’ ἄρκυν ἐς μέσην πορεύεται
966 καὶ μὴν ὄχοις γε καὶ στολῇ λαμπρύνεται .
Ὀρέστης
967 τί δῆτα δρῶμεν ; μητέρ’ φονεύσομεν ;
Ἠλέκτρα
968 μῶν σ’ οἶκτος εἷλε , μητρὸς ὡς εἶδες δέμας ;
Ὀρέστης
969 φεῦ ·
πῶς γὰρ κτάνω νιν , μ’ ἔθρεψε κἄτεκεν ;
Ἠλέκτρα
970 ὥσπερ πατέρα σὸν ἥδε κἀμὸν ὤλεσεν .
Ὀρέστης
971 Φοῖβε , πολλήν γ’ ἀμαθίαν ἐθέσπισας
Ἠλέκτρα
972 ὅπου δ’ Ἀπόλλων σκαιὸς , τίνες σοφοί ;
Ὀρέστης
973 ὅστις μ’ ἔχρησας μητέρ’ , ἣν οὐ χρῆν , κτανεῖν .
Ἠλέκτρα
974 βλάπτῃ δὲ δὴ τί πατρὶ τιμωρῶν σέθεν ;
Ὀρέστης
975 μητροκτόνος νῦν φεύξομαι , τόθ’ ἁγνὸς ὤν .
Ἠλέκτρα
976 καὶ μή γ’ ἀμύνων πατρὶ δυσσεβὴς ἔσῃ .