Ἠλέκτρα
907 εἶἑν · τίν’ ἀρχὴν πρῶτά σ’ ἐξείπω κακῶν ,
908 ποίας τελευτάς ; τίνα μέσον τάξω λόγον ;
909 καὶ μὴν δι’ ὄρθρων γ’ οὔποτ’ ἐξελίμπανον
910 θρυλοῦσ’ γ’ εἰπεῖν ἤθελον κατ’ ὄμμα σόν ,
911 εἰ δὴ γενοίμην δειμάτων ἐλευθέρα
912 τῶν πρόσθε . νῦν οὖν ἐσμεν · ἀποδώσω δέ σοι
913 ἐκεῖν’ σε ζῶντ’ ἤθελον λέξαι κακά .
914 ἀπώλεσάς με κὠρφανὴν φίλου πατρὸς
915 καὶ τόνδ’ ἔθηκας , οὐδὲν ἠδικημένος ,
916 κἄγημας αἰσχρῶς μητέρ’ ἄνδρα τ’ ἔκτανες
917 στρατηλατοῦνθ’ Ἕλλησιν , οὐκ ἐλθὼν Φρύγας .
918 ἐς τοῦτο δ’ ἦλθες ἀμαθίας ὥστ’ ἤλπισας
919 ὡς ἐς σὲ ἐμὴν δὴ μητέρ’ οὐχ ἕξοις κακὴν
920 γήμας , ἐμοῦ δὲ πατρὸς ἠδίκεις λέχη .
921 ἴστω δ’ , ὅταν τις διολέσας δάμαρτά του
922 κρυπταῖσιν εὐναῖς εἶτ’ ἀναγκασθῇ λαβεῖν ,
923 δύστηνός ἐστιν , εἰ δοκεῖ τὸ σωφρονεῖν
924 ἐκεῖ μὲν αὐτὴν οὐκ ἔχειν , παρ’ οἷ δ’ ἔχειν .
925 ἄλγιστα δ’ ᾤκεις , οὐ δοκῶν οἰκεῖν κακῶς ·
926 ᾔδησθα γὰρ δῆτ’ ἀνόσιον γήμας γάμον ,
927 μήτηρ δὲ σ’ ἄνδρα δυσσεβῆ κεκτημένη .
928 ἄμφω πονηρὼ δ’ ὄντ’ ἀνῃρεῖσθον τύχην
929 { κείνη τε τὴν σὴν καὶ σὺ τοὐκείνης κακόν . }
930 πᾶσιν δ’ ἐν Ἀργείοισιν ἤκουες τάδε ·
931 τῆς γυναικός οὐχὶ τἀνδρὸς γυνή .
932 καίτοι τόδ’ αἰσχρόν , προστατεῖν γε δωμάτων
933 γυναῖκα , μὴ τὸν ἄνδρα · κἀκείνους στυγῶ
934 τοὺς παῖδας , ὅστις τοῦ μὲν ἄρσενος πατρὸς
935 οὐκ ὠνόμασται , τῆς δὲ μητρὸς ἐν πόλει .
936 ἐπίσημα γὰρ γήμαντι καὶ μείζω λέχη
937 τἀνδρὸς μὲν οὐδείς , τῶν δὲ θηλειῶν λόγος .
938 δ’ ἠπάτα σε πλεῖστον οὐκ ἐγνωκότα ,
939 ηὔχεις τις εἶναι τοῖσι χρήμασι σθένων ·
940 τὰ δ’ οὐδὲν εἰ μὴ βραχὺν ὁμιλῆσαι χρόνον .
941 γὰρ φύσις βέβαιος , οὐ τὰ χρήματα .
942 μὲν γὰρ αἰεὶ παραμένουσ’ αἴρει κακά ·
943 δ’ ὄλβος ἀδίκως καὶ μετὰ σκαιῶν ξυνὼν
944 ἐξέπτατ’ οἴκων , σμικρὸν ἀνθήσας χρόνον .
945 δ’ ἐς γυναῖκας παρθένῳ γὰρ οὐ καλὸν
946 λέγειν σιωπῶ , γνωρίμως δ’ αἰνίξομαι .
947 ὕβριζες , ὡς δὴ βασιλικοὺς ἔχων δόμους
948 κάλλει τ’ ἀραρώς . ἀλλ’ ἔμοιγ’ εἴη πόσις
949 μὴ παρθενωπός , ἀλλὰ τἀνδρείου τρόπου .
950 τὰ γὰρ τέκν’ αὐτῶν Ἄρεος ἐκκρεμάννυται ,
951 τὰ δ’ εὐπρεπῆ δὴ κόσμος ἐν χοροῖς μόνον .
952 ἔρρ’ , οὐδὲν εἰδὼς ὧν ἐφευρεθεὶς χρόνῳ
953 δίκην δέδωκας . ὧδέ τις κακοῦργος ὢν
954 μή μοι τὸ πρῶτον βῆμ’ ἐὰν δράμῃ καλῶς ,
955 νικᾶν δοκείτω τὴν Δίκην , πρὶν ἂν πέλας
956 γραμμῆς ἵκηται καὶ τέλος κάμψῃ βίου .