Χορός
379 δεινὸς χαρακτὴρ κἀπίσημος ἐν βροτοῖς
380 ἐσθλῶν γενέσθαι , κἀπὶ μεῖζον ἔρχεται
381 τῆς εὐγενείας ὄνομα τοῖσιν ἀξίοις .
Ἑκάβη
382 καλῶς μὲν εἶπας , θύγατερ , ἀλλὰ τῷ καλῷ
383 λύπη πρόσεστιν . εἰ δὲ δεῖ τῷ Πηλέως
384 χάριν γενέσθαι παιδὶ καὶ ψόγον φυγεῖν
385 ὑμᾶς , Ὀδυσσεῦ , τήνδε μὲν μὴ κτείνετε ,
386 ἡμᾶς δ’ ἄγοντες πρὸς πυρὰν Ἀχιλλέως
387 κεντεῖτε , μὴ φείδεσθ’ · ἐγὼ ’τεκον Πάριν ,
388 ὃς παῖδα Θέτιδος ὤλεσεν τόξοις βαλών .
Ὀδυσσεύς
389 οὐ σ’ , γεραιά , κατθανεῖν Ἀχιλλέως
390 φάντασμ’ Ἀχαιούς , ἀλλὰ τήνδ’ , ᾐτήσατο .
Ἑκάβη
391 ὑμεῖς δέ μ’ ἀλλὰ θυγατρὶ συμφονεύσατε ,
392 καὶ δὶς τόσον πῶμ’ αἵματος γενήσεται
393 γαίᾳ νεκρῷ τε τῷ τάδ’ ἐξαιτουμένῳ .
Ὀδυσσεύς
394 ἅλις κόρης σῆς θάνατος , οὐ προσοιστέος
395 ἄλλος πρὸς ἄλλῳ · μηδὲ τόνδ’ ὠφείλομεν .
Ἑκάβη
396 πολλή γ’ ἀνάγκη θυγατρὶ συνθανεῖν ἐμέ .
Ὀδυσσεύς
397 πῶς ; οὐ γὰρ οἶδα δεσπότας κεκτημένος .
Ἑκάβη
398 ὁποῖα κισσὸς δρυός , ὅπως τῆσδ’ ἕξομαι .
Ὀδυσσεύς
399 οὔκ , ἤν γε πείθῃ τοῖσι σοῦ σοφωτέροις .
Ἑκάβη
400 ὡς τῆσδ’ ἑκοῦσα παιδὸς οὐ μεθήσομαι .
Ὀδυσσεύς
401 ἀλλ’ οὐδ’ ἐγὼ μὴν τήνδ’ ἄπειμ’ αὐτοῦ λιπών .