Πολυξένη
402 μῆτερ , πιθοῦ μοι · καὶ σύ , παῖ Λαερτίου ,
403 χάλα τοκεῦσιν εἰκότως θυμουμένοις ,
404 σύ τ’ , τάλαινα , τοῖς κρατοῦσι μὴ μάχου .
405 βούλῃ πεσεῖν πρὸς οὖδας ἑλκῶσαί τε σὸν
406 γέροντα χρῶτα πρὸς βίαν ὠθουμένη ,
407 ἀσχημονῆσαί τ’ ἐκ νέου βραχίονος
408 σπασθεῖσ’ , πείσῃ ; μὴ σύ γ’ · οὐ γὰρ ἄξιον .
409 ἀλλ’ , φίλη μοι μῆτερ , ἡδίστην χέρα
410 δὸς καὶ παρειὰν προσβαλεῖν παρηίδι ·
411 ὡς οὔποτ’ αὖθις , ἀλλὰ νῦν πανύστατον
412 ἀκτῖνα κύκλον θ’ ἡλίου προσόψομαι .
413 τέλος δέχῃ δὴ τῶν ἐμῶν προσφθεγμάτων .
414 μῆτερ , τεκοῦσ’ , ἄπειμι δὴ κάτω .
Ἑκάβη
415 θύγατερ , ἡμεῖς δ’ ἐν φάει δουλεύσομεν .
Πολυξένη
416 ἄνυμφος ἀνυμέναιος ὧν μ’ ἐχρῆν τυχεῖν .
Ἑκάβη
417 οἰκτρὰ σύ , τέκνον , ἀθλία δ’ ἐγὼ γυνή .
Πολυξένη
418 ἐκεῖ δ’ ἐν Ἅιδου κείσομαι χωρὶς σέθεν .
Ἑκάβη
419 οἴμοι · τί δράσω ; ποῖ τελευτήσω βίον ;
Πολυξένη
420 δούλη θανοῦμαι , πατρὸς οὖσ’ ἐλευθέρου .
Ἑκάβη
421 ἡμεῖς δὲ πεντήκοντά γ’ ἄμμοροι τέκνων .
Πολυξένη
422 τί σοι πρὸς Ἕκτορ’ γέροντ’ εἴπω πόσιν ;
Ἑκάβη
423 ἄγγελλε πασῶν ἀθλιωτάτην ἐμέ .