Πολυμήστωρ
953 φίλτατ’ ἀνδρῶν Πρίαμε , φιλτάτη δὲ σύ ,
954 Ἑκάβη , δακρύω σ’ εἰσορῶν πόλιν τε σὴν
955 τήν τ’ ἀρτίως θανοῦσαν ἔκγονον σέθεν .
956 φεῦ ·
οὐκ ἔστι πιστὸν οὐδέν , οὔτ’ εὐδοξία
957 οὔτ’ αὖ καλῶς πράσσοντα μὴ πράξειν κακῶς .
958 φύρουσι δ’ αὐτοὶ θεοὶ πάλιν τε καὶ πρόσω
959 ταραγμὸν ἐντιθέντες , ὡς ἀγνωσίᾳ
960 σέβωμεν αὐτούς . ἀλλὰ ταῦτα μὲν τί δεῖ
961 θρηνεῖν , προκόπτοντ’ οὐδὲν ἐς πρόσθεν κακῶν ;
962 σὺ δ’ , εἴ τι μέμφῃ τῆς ἐμῆς ἀπουσίας ,
963 σχές · τυγχάνω γὰρ ἐν μέσοις Θρῄκης ὅροις
964 ἀπών , ὅτ’ ἦλθες δεῦρ’ · ἐπεὶ δ’ ἀφικόμην ,
965 ἤδη πόδ’ ἔξω δωμάτων αἴροντί μοι
966 ἐς ταὐτὸν ἥδε συμπίτνει δμωὶς σέθεν
967 λέγουσα μύθους , ὧν κλύων ἀφικόμην .
Ἑκάβη
968 αἰσχύνομαί σε προσβλέπειν ἐναντίον ,
969 Πολυμῆστορ , ἐν τοιοῖσδε κειμένη κακοῖς .
970 ὅτῳ γὰρ ὤφθην εὐτυχοῦσ’ , αἰδώς μ’ ἔχει
971 ἐν τῷδε πότμῳ τυγχάνουσ’ ἵν’ εἰμὶ νῦν
972 κοὐκ ἂν δυναίμην προσβλέπειν ὀρθαῖς κόραις .
973 ἀλλ’ αὐτὸ μὴ δύσνοιαν ἡγήσῃ σέθεν ,
974 Πολυμῆστορ · ἄλλως δ’ αἴτιόν τι καὶ νόμος ,
975 γυναῖκας ἀνδρῶν μὴ βλέπειν ἐναντίον .