Ἑλένη
550 ἀδικούμεθ’ , γυναῖκες · εἰργόμεσθα γὰρ
551 τάφου πρὸς ἀνδρὸς τοῦδε , καί μ’ ἑλὼν θέλει
552 δοῦναι τυράννοις ὧν ἐφεύγομεν γάμους .
Μενελέως
553 οὐ κλῶπές ἐσμεν , οὐχ ὑπηρέται κακῶν .
Ἑλένη
554 καὶ μὴν στολήν γ’ ἄμορφον ἀμφὶ σῶμ’ ἔχεις .
Μενελέως
555 στῆσον , φόβου μεθεῖσα , λαιψηρὸν πόδα .
Ἑλένη
556 ἵστημ’ , ἐπεί γε τοῦδ’ ἐφάπτομαι τόπου .
Μενελέως
557 τίς εἶ ; τίν’ ὄψιν σήν , γύναι , προσδέρκομαι ;
Ἑλένη
558 σὺ δ’ εἶ τίς ; αὑτὸς γὰρ σὲ κἄμ’ ἔχει λόγος .
Μενελέως
559 οὐπώποτ’ εἶδον προσφερέστερον δέμας .
Ἑλένη
560 θεοί · θεὸς γὰρ καὶ τὸ γιγνώσκειν φίλους .
{
561 { Ἑλληνὶς εἶ τις ἐπιχωρία γυνή ; }
Ἑλένη
562 Ἑλληνίς · ἀλλὰ καὶ τὸ σὸν θέλω μαθεῖν .
Μενελέως
563 Ἑλένῃ σ’ ὁμοίαν δὴ μάλιστ’ εἶδον , γύναι .
Ἑλένη
564 ἐγὼ δὲ Μενέλεῴ γε σέ · οὐδ’ ἔχω τί φῶ .
Μενελέως
565 ἔγνως γὰρ ὀρθῶς ἄνδρα δυστυχέστατον .
Ἑλένη
566 χρόνιος ἐλθὼν σῆς δάμαρτος ἐς χέρας .
Μενελέως
567 ποίας δάμαρτος ; μὴ θίγῃς ἐμῶν πέπλων .
Ἑλένη
568 ἥν σοι δίδωσι Τυνδάρεως , ἐμὸς πατήρ .
Μενελέως
569 φωσφόρ’ Ἑκάτη , πέμπε φάσματ’ εὐμενῆ .
Ἑλένη
570 οὐ νυκτίφαντον πρόπολον Ἐνοδίας μ’ ὁρᾷς .