Μενελέως
571 οὐ μὴν γυναικῶν γ’ εἷς δυοῖν ἔφυν πόσις .
Ἑλένη
572 ποίων δὲ λέκτρων δεσπότης ἄλλων ἔφυς ;
Μενελέως
573 ἣν ἄντρα κεύθει κἀκ Φρυγῶν κομίζομαι .
Ἑλένη
574 οὐκ ἔστιν ἄλλη σή τις ἀντ’ ἐμοῦ γυνή .
Μενελέως
575 οὔ που φρονῶ μὲν εὖ , τὸ δ’ ὄμμα μου νοσεῖ ;
Ἑλένη
576 οὐ γάρ με λεύσσων σὴν δάμαρθ’ ὁρᾶν δοκεῖς ;
Μενελέως
577 τὸ σῶμ’ ὅμοιον , τὸ δὲ σαφές μ’ ἀποστερεῖ .
Ἑλένη
578 σκέψαι · τί σοὐνδεῖ ; τίς δὲ σοῦ σοφώτερος ;
Μενελέως
579 ἔοικας · οὔτοι τοῦτό γ’ ἐξαρνήσομαι .
Ἑλένη
580 τίς οὖν διδάξει σ’ ἄλλος τὰ σ’ ὄμματα ;
Μενελέως
581 ἐκεῖ νοσοῦμεν , ὅτι δάμαρτ’ ἄλλην ἔχω .
Ἑλένη
582 οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’ , ἀλλ’ εἴδωλον ἦν .
Μενελέως
583 καὶ τίς βλέποντα σώματ’ ἐξεργάζεται ;
Ἑλένη
584 αἰθήρ , ὅθεν σὺ θεοπόνητ’ ἔχεις λέχη .
Μενελέως
585 τίνος πλάσαντος θεῶν ; ἄελπτα γὰρ λέγεις .
Ἑλένη
586 Ἥρας , διάλλαγμ’ , ὡς Πάρις με μὴ λάβοι .
Μενελέως
587 πῶς οὖν ἂν ἐνθάδ’ ἦσθά { τ’ } ἐν Τροίᾳ θ’ ἅμα ;
Ἑλένη
588 τοὔνομα γένοιτ’ ἂν πολλαχοῦ , τὸ σῶμα δ’ οὔ .
Μενελέως
589 μέθες με , λύπης ἅλις ἔχων ἐλήλυθα .