Μενελέως
630 κἀγὼ σέ · πολλοὺς δ’ ἐν μέσῳ λόγους ἔχων
631 οὐκ οἶδ’ ὁποίου πρῶτον ἄρξωμαι τὰ νῦν .
Ἑλένη
632 γέγηθα , κρατὶ δ’ ὀρθίους ἐθείρας
633 ἀνεπτέρωκα καὶ δάκρυ σταλάσσω ,
634 περὶ δὲ γυῖα χέρας ἔβαλον , ἡδονάν ,
635 πόσις , ὡς λάβω .
Μενελέως
636 φιλτάτη πρόσοψις , οὐκ ἐμέμφθην ·
637 ἔχω τὰ τῆς Διός τε λέκτρα Λήδας θ’ ,
638 ἃν ὑπὸ λαμπάδων κόροι λεύκιπποι
640 ξυνομαίμονες ὤλβισαν ὤλβισαν
641 τὸ πρόσθεν , ἐκ δόμων δὲ νοσφίσας σ’ ἐμοῦ
642 πρὸς ἄλλαν ἐλαύνει
643 θεὸς συμφορὰν τᾶσδε κρείσσω .
644 τὸ κακὸν δ’ ἀγαθὸν σέ τε κἀμὲ συνάγαγε , πόσιν
645 χρόνιον , ἀλλ’ ὅμως ὀναίμαν τύχας .
Χορός
646 ὄναιο δῆτα . ταὐτὰ δὴ ξυνεύχομαι ·
647 δυοῖν γὰρ ὄντοιν οὐχ μὲν τλήμων , δ’ οὔ .
Ἑλένη
648 φίλαι φίλαι , τὰ πάρος οὐκέτι
649 στένομεν οὐδ’ ἀλγῶ .
650 πόσιν ἐμὸν ἔχομεν [ ἔχομεν , ] ὃν [ ἔμενον ]
651 ἔμενον ἐκ Τροίας πολυετῆ μολεῖν .
Μενελέως
652 ἔχεις , ἐγώ τε σέ · ἡλίους δὲ μυρίους
653 μόλις διελθὼν ᾐσθόμην τὰ τῆς θεοῦ .
654 ἐμὰ δὲ χαρμονὰ δάκρυα · πλέον ἔχει
655 χάριτος λύπας .