Ἄγγελος
605 βέβηκεν ἄλοχος σὴ πρὸς αἰθέρος πτυχὰς
606 ἀρθεῖσ’ ἄφαντος · οὐρανῷ δὲ κρύπτεται
607 λιποῦσα σεμνὸν ἄντρον οὗ σφ’ ἐσῴζομεν ,
608 τοσόνδε λέξασ’ · ταλαίπωροι Φρύγες
609 πάντες τ’ Ἀχαιοί , δι’ ἔμ’ ἐπὶ Σκαμανδρίοις
610 ἀκταῖσιν Ἥρας μηχαναῖς ἐθνῄσκετε ,
611 δοκοῦντες Ἑλένην οὐκ ἔχοντ’ ἔχειν Πάριν .
612 ἐγὼ δ’ , ἐπειδὴ χρόνον ἔμειν’ ὅσον με χρῆν ,
613 τὸ μόρσιμον σῴσασα , πατέρ’ ἐς οὐρανὸν
614 ἄπειμι · φήμας δ’ τάλαινα Τυνδαρὶς
615 ἄλλως κακὰς ἤκουσεν οὐδὲν αἰτία .
616 χαῖρε , Λήδας θύγατερ , ἐνθάδ’ ἦσθ’ ἄρα ;
617 ἐγὼ δέ σ’ ἄστρων ὡς βεβηκυῖαν μυχοὺς
618 ἤγγελλον εἰδὼς οὐδὲν ὡς ὑπόπτερον
619 δέμας φοροίης . οὐκ ἐῶ σε κερτομεῖν
620 ἡμᾶς τόδ’ αὖθις , ὡς ἄδην ἐν Ἰλίῳ
621 πόνους παρεῖχες σῷ πόσει καὶ συμμάχοις .
Μενελέως
622 τοῦτ’ ἔστ’ ἐκεῖνο · ξυμβεβᾶσιν οἱ λόγοι
623 οἱ τῆσδ’ ἀληθεῖς . ποθεινὸς ἡμέρα ,
624 σ’ εἰς ἐμὰς ἔδωκεν ὠλένας λαβεῖν .
Ἑλένη
625 φίλτατ’ ἀνδρῶν Μενέλεως , μὲν χρόνος
626 παλαιός , δὲ τέρψις ἀρτίως πάρα .
627 ἔλαβον ἀσμένα πόσιν ἐμόν , φίλαι ,
628 περί τ’ ἐπέτασα χέρα
629 φίλιον ἐν μακρᾷ φλογὶ φαεσφόρῳ .