Μενελέως
679 τὰ δ’ ἐς κρίσιν σοι τῶνδ’ ἔθηχ’ Ἥρα κακῶν ;
Ἑλένη
680 Πάριν ὡς ἀφέλοιτο
Μενελέως
πῶς ; αὔδα .
Ἑλένη
681 Κύπρις μ’ ἐπένευσεν
Μενελέως
τλᾶμον .
Ἑλένη
682 τλάμων , τλάμων · ὧδ’ ἐπέλασ’ Αἰγύπτῳ .
Μενελέως
683 εἶτ’ ἀντέδωκ’ εἴδωλον , ὡς σέθεν κλύω .
Ἑλένη
684 τὰ δὲ { σὰ } κατὰ μέλαθρα πάθεα πάθεα , μᾶτερ ,
685 οἲ ’γώ .
Μενελέως
τί φῄς ;
Ἑλένη
686 οὐκ ἔστι μάτηρ · ἀγχόνιον δὲ βρόχον
687 δι’ ἐμὰν κατεδήσατο δυσγάμου αἰσχύναν .
Μενελέως
688 ὤμοι · θυγατρὸς δ’ Ἑρμιόνης ἔστιν βίος ;
Ἑλένη
689 ἄγαμος ἄτεκνος , πόσι , καταστένει
690 γάμον ἄγαμον { ἐμόν } .
Μενελέως
691 πᾶν κατ’ ἄκρας δῶμ’ ἐμὸν πέρσας Πάρις ,
692 τάδε καὶ σὲ διώλεσε μυριάδας τε
693 χαλκεόπλων Δαναῶν .
Ἑλένη
694 ἐμὲ δὲ πατρίδος ἄπο κακόποτμον ἀραίαν
695 ἔβαλε θεὸς ἀπό { τε } πόλεος ἀπό τε σέθεν ,
696 ὅτε μέλαθρα λέχεά τ’ ἔλιπον οὐ λιποῦσ’
697 ἐπ’ αἰσχροῖς γάμοις . [ ... ]
Χορός
698 εἰ καὶ τὰ λοιπὰ τῆς τύχης εὐδαίμονος
699 τύχοιτε , πρὸς τὰ πρόσθεν ἀρκέσειεν ἄν .