Ἄγγελος
700 Μενέλαε , κἀμοὶ πρόσδοτον τῆς ἡδονῆς ,
701 ἣν μανθάνω μὲν καὐτός , οὐ σαφῶς δ’ ἔχω .
Μενελέως
702 ἀλλ’ , γεραιέ , καὶ σὺ κοινώνει λόγων .
Ἄγγελος
703 οὐχ ἥδε μόχθων τῶν ἐν Ἰλίῳ βραβεύς ;
Μενελέως
704 οὐχ ἥδε , πρὸς θεῶν δ’ ἦμεν ἠπατημένοι ,
705 νεφέλης ἄγαλμ’ ἔχοντες ἐν χεροῖν λυγρόν .
Ἄγγελος
706 τί φῄς ;
707 νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι ;
Μενελέως
708 Ἥρας τάδ’ ἔργα καὶ θεῶν τρισσῶν ἔρις .
Ἄγγελος
709 δ’ οὖσ’ ἀληθῶς ἐστιν ἥδε σὴ δάμαρ ;
Μενελέως
710 αὕτη · λόγοις [ δ’ ] ἐμοῖσι πίστευσον τάδε .