Μενελέως
822 χρηστήριον μὲν τοὔνομ’ · τι δὲ δρᾷ φράσον .
Ἑλένη
823 πάντ’ οἶδ’ , ἐρεῖ τε συγγόνῳ παρόντα σε .
Μενελέως
824 θνῄσκοιμεν ἄν · λαθεῖν γὰρ οὐχ οἷόν τέ μοι .
Ἑλένη
825 ἴσως ἂν ἀναπείσαιμεν ἱκετεύοντέ νιν
Μενελέως
826 τί χρῆμα δρᾶσαι ; τίν’ ὑπάγεις μ’ ἐς ἐλπίδα ;
Ἑλένη
827 παρόντα γαίᾳ μὴ φράσαι σε συγγόνῳ .
Μενελέως
828 πείσαντε δ’ ἐκ γῆς διορίσαιμεν ἂν πόδα ;
Ἑλένη
829 κοινῇ γ’ ἐκείνῃ ῥᾳδίως , λάθρᾳ δ’ ἂν οὔ .
Μενελέως
830 σὸν ἔργον , ὡς γυναικὶ πρόσφορον γυνή .
Ἑλένη
831 ὡς οὐκ ἄχρωστα γόνατ’ ἐμῶν ἕξει χερῶν .
Μενελέως
832 φέρ’ , ἢν δὲ δὴ νῷν μὴ ἀποδέξηται λόγους ;
Ἑλένη
833 θανῇ · γαμοῦμαι δ’ τάλαιν’ ἐγὼ βίᾳ .
Μενελέως
834 προδότις ἂν εἴης · τὴν βίαν σκήψασ’ ἔχεις .
Ἑλένη
835 ἀλλ’ ἁγνὸν ὅρκον σὸν κάρα κατώμοσα [ ... ]
Μενελέως
836 τί φῄς ; θανεῖσθαι ; κοὔποτ’ ἀλλάξεις λέχη ;
Ἑλένη
837 ταὐτῷ ξίφει γε · κείσομαι δὲ σοῦ πέλας .
Μενελέως
838 ἐπὶ τοῖσδε τοίνυν δεξιᾶς ἐμῆς θίγε .
Ἑλένη
839 ψαύω , θανόντος σοῦ τόδ’ ἐκλείψειν φάος .
Μενελέως
840 κἀγὼ στερηθεὶς σοῦ τελευτήσειν βίον .
Ἑλένη
841 πῶς οὖν θανούμεθ’ ὥστε καὶ δόξαν λαβεῖν ;