Ἑλένη
801 ἐρρύεθ’ ἡμᾶς τοῦτ’ ἴσον ναοῖς θεῶν .
Μενελέως
802 οὐδ’ ἄρα πρὸς οἴκους ναυστολεῖν { σ’ } ἔξεστί μοι ;
Ἑλένη
803 ξίφος μένει σε μᾶλλον τοὐμὸν λέχος .
Μενελέως
804 οὕτως ἂν εἴην ἀθλιώτατος βροτῶν .
Ἑλένη
805 μή νυν καταιδοῦ , φεῦγε δ’ ἐκ τῆσδε χθονός .
Μενελέως
806 λιπών σε ; Τροίαν ἐξέπερσα σὴν χάριν .
Ἑλένη
807 κρεῖσσον γὰρ σε τἄμ’ ἀποκτεῖναι λέχη .
Μενελέως
808 ἄνανδρά γ’ εἶπας Ἰλίου τ’ οὐκ ἄξια .
Ἑλένη
809 οὐκ ἂν κτάνοις τύραννον , σπεύδεις ἴσως .
Μενελέως
810 οὕτω σιδήρῳ τρωτὸν οὐκ ἔχει δέμας ;
Ἑλένη
811 εἴσῃ . τὸ τολμᾶν δ’ ἀδύνατ’ ἀνδρὸς οὐ σοφοῦ .
Μενελέως
812 σιγῇ παράσχω δῆτ’ ἐμὰς δῆσαι χέρας ;
Ἑλένη
813 ἐς ἄπορον ἥκεις · δεῖ δὲ μηχανῆς τινος .
Μενελέως
814 δρῶντας γὰρ μὴ δρῶντας ἥδιον θανεῖν .
Ἑλένη
815 μί’ ἔστιν ἐλπίς , μόνῃ σωθεῖμεν ἄν .
Μενελέως
816 ὠνητὸς τολμητὸς λόγων ὕπο ;
Ἑλένη
817 εἰ μὴ τύραννός { σ’ } ἐκπύθοιτ’ ἀφιγμένον .
Μενελέως
818 ἐρεῖ δὲ τίς μ’ ; οὐ γνώσεταί γ’ ὅς εἰμ’ ἐγώ .
Ἑλένη
819 ἔστ’ ἔνδον αὐτῷ ξύμμαχος θεοῖς ἴση .
Μενελέως
820 φήμη τις οἴκων ἐν μυχοῖς ἱδρυμένη ;
Ἑλένη
821 οὔκ , ἀλλ’ ἀδελφή · Θεονόην καλοῦσί νιν .