Χορός
1030 οὐδείς ποτ’ εὐτύχησεν ἔκδικος γεγώς ,
1031 ἐν τῷ δικαίῳ δ’ ἐλπίδες σωτηρίας .
Ἑλένη
1032 Μενέλαε , πρὸς μὲν παρθένου σεσῴσμεθα ·
1033 τοὐνθένδε δὴ σὲ τοὺς λόγους φέροντα χρὴ
1034 κοινὴν ξυνάπτειν μηχανὴν σωτηρίας .
Μενελέως
1035 ἄκουε δή νυν · χρόνιος εἶ κατὰ στέγας
1036 καὶ συντέθραψαι προσπόλοισι βασιλέως .
Ἑλένη
1037 τί τοῦτ’ ἔλεξας ; ἐσφέρεις γὰρ ἐλπίδας
1038 ὡς δή τι δράσων χρηστὸν ἐς κοινόν γε νῷν .
Μενελέως
1039 πείσειας ἄν τιν’ οἵτινες τετραζύγων
1040 ὄχων ἀνάσσουσ’ , ὥστε νῷν δοῦναι δίφρους ;
Ἑλένη
1041 πείσαιμ’ { ἄν } · ἀλλὰ τίνα φυγὴν φευξούμεθα
1042 πεδίων ἄπειροι βαρβάρου τ’ ὄντες χθονός ;
Μενελέως
1043 ἀδύνατον εἶπας . φέρε , τί δ’ , εἰ κρυφθεὶς δόμοις
1044 κτάνοιμ’ ἄνακτα τῷδε διστόμῳ ξίφει ;
Ἑλένη
1045 οὐκ ἄν σ’ ἀνάσχοιτ’ οὐδὲ σιγήσειεν ἂν
1046 μέλλοντ’ ἀδελφὴ σύγγονον κατακτενεῖν .
Μενελέως
1047 ἀλλ’ οὐδὲ μὴν ναῦς ἔστιν σωθεῖμεν ἂν
1048 φεύγοντες · ἣν γὰρ εἴχομεν θάλασσ’ ἔχει .
Ἑλένη
1049 ἄκουσον , ἤν τι καὶ γυνὴ λέξῃ σοφόν .
1050 βούλῃ λέγεσθαι , μὴ θανών , λόγῳ θανεῖν ;
Μενελέως
1051 κακὸς μὲν ὄρνις · εἰ δὲ κερδανῶ , λέγειν
1052 ἕτοιμός εἰμι μὴ θανὼν λόγῳ θανεῖν .