Θεοκλύμενος
1165 χαῖρε , πατρὸς μνῆμ’ · ἐπ’ ἐξόδοισι γὰρ
1166 ἔθαψα , Πρωτεῦ , σ’ ἕνεκ’ ἐμῆς προσρήσεως ·
1167 ἀεὶ δέ σ’ ἐξιών τε κἀσιὼν δόμους
1168 Θεοκλύμενος παῖς ὅδε προσεννέπει , πάτερ .
1169 ὑμεῖς μὲν οὖν κύνας τε καὶ θηρῶν βρόχους ,
1170 δμῶες , κομίζετ’ ἐς δόμους τυραννικούς ·
1171 ἐγὼ δ’ ἐμαυτὸν πόλλ’ ἐλοιδόρησα δή ·
1172 οὐ γάρ τι θανάτῳ τοὺς κακοὺς κολάζομεν ;
1173 καὶ νῦν πέπυσμαι φανερὸν Ἑλλήνων τινὰ
1174 ἐς γῆν ἀφῖχθαι καὶ λεληθέναι σκοπούς ,
1175 ἤτοι κατόπτην κλοπαῖς θηρώμενον
1176 Ἑλένην · θανεῖται δ’ , ἤν γε δὴ ληφθῇ μόνον .
1177 ἔα ·
1178 ἀλλ’ , ὡς ἔοικε , πάντα διαπεπραγμένα
1179 ηὕρηκα · τύμβου γὰρ κενὰς λιποῦσ’ ἕδρας
1179a Τυνδαρὶς παῖς ἐκπεπόρθμευται χθονός .
1180 ὠή , χαλᾶτε κλῇθρα · λύεθ’ ἱππικὰ
1181 φάτνης , ὀπαδοί , κἀκκομίζεθ’ ἅρματα ,
1182 ὡς ἂν πόνου γ’ ἕκατι μὴ λάθῃ με γῆς
1183 τῆσδ’ ἐκκομισθεῖσ’ ἄλοχος , ἧς ἐφίεμαι .
1184 ἐπίσχετ’ · εἰσορῶ γὰρ οὓς διώκομεν
1185 παρόντας ἐν δόμοισι κοὐ πεφευγότας .
1186 αὕτη , τί πέπλους μέλανας ἐξήψω χροὸς
1187 λευκῶν ἀμείψασ’ ἔκ τε κρατὸς εὐγενοῦς
1188 κόμας σίδηρον ἐμβαλοῦσ’ ἀπέθρισας
1189 χλωροῖς τε τέγγεις δάκρυσι σὴν παρηίδα
1190 κλαίουσα ; πότερον ἐννύχοις πεπεισμένη
1191 στένεις ὀνείροις , φάτιν τιν’ οἴκοθεν
1192 κλύουσα λύπῃ σὰς διέφθαρσαι φρένας ;