Κῆρυξ
55 που καθῆσθαι τήνδ’ ἕδραν καλὴν δοκεῖς
56 πόλιν τ’ ἀφῖχθαι σύμμαχον , κακῶς φρονῶν ·
57 οὐ γάρ τις ἔστιν ὃς πάροιθ’ αἱρήσεται
58 τὴν σὴν ἀχρεῖον δύναμιν ἀντ’ Εὐρυσθέως .
59 χώρει · τί μοχθεῖς ταῦτ’ ; ἀνίστασθαί σε χρὴ
60 ἐς Ἄργος , οὗ σε λεύσιμος μένει δίκη .
Ἰόλαος
61 οὐ δῆτ’ , ἐπεί μοι βωμὸς ἀρκέσει θεοῦ ,
62 ἐλευθέρα τε γαῖ’ ἐν βεβήκαμεν .
Κῆρυξ
63 βούλῃ πόνον μοι τῇδε προσθεῖναι χερί ;
Ἰόλαος
64 οὔτοι βίᾳ γέ μ’ οὐδὲ τούσδ’ ἄξεις λαβών .
Κῆρυξ
65 γνώσῃ σύ · μάντις δ’ ἦσθ’ ἄρ’ οὐ καλὸς τάδε .
Ἰόλαος
66 οὐκ ἂν γένοιτο τοῦτ’ ἐμοῦ ζῶντός ποτε .
Κῆρυξ
67 ἄπαιρ’ · ἐγὼ δὲ τούσδε , κἂν σὺ μὴ θέλῃς ,
68 ἄξω νομίζων , οὗπέρ εἰσ’ , Εὐρυσθέως .
Ἰόλαος
69 τὰς Ἀθήνας δαρὸν οἰκοῦντες χρόνον ,
70 ἀμύνεθ’ · ἱκέται δ’ ὄντες ἀγοραίου Διὸς
71 βιαζόμεσθα καὶ στέφη μιαίνεται
72 πόλει τ’ ὄνειδος καὶ θεῶν ἀτιμία .