Χορός
232 ᾤκτιρ’ ἀκούσας τούσδε συμφορᾶς , ἄναξ .
233 τὴν δ’ εὐγένειαν τῆς τύχης νικωμένην
234 νῦν δὴ μάλιστ’ ἐσεῖδον · οἵδε γὰρ πατρὸς
235 ἐσθλοῦ γεγῶτες δυστυχοῦσ’ ἀναξίως .
Δημοφῶν
236 τρισσαί μ’ ἀναγκάζουσι συμφορᾶς ὁδοί ,
237 Ἰόλαε , τοὺς σοὺς μὴ παρώσασθαι ξένους ·
238 τὸ μὲν μέγιστον Ζεὺς ἐφ’ οὗ σὺ βώμιος
239 θακεῖς νεοσσῶν τήνδ’ ἔχων πανήγυριν ·
240 τὸ συγγενές τε καὶ τὸ προυφείλειν καλῶς
241 πράσσειν παρ’ ἡμῶν τούσδε πατρῴαν χάριν ·
242 τό τ’ αἰσχρόν , οὗπερ δεῖ μάλιστα φροντίσαι ·
243 εἰ γὰρ παρήσω τόνδε συλᾶσθαι βίᾳ
244 ξένου πρὸς ἀνδρὸς βωμόν , οὐκ ἐλευθέραν
245 οἰκεῖν δοκήσω γαῖαν , Ἀργείων δ’ ὄκνῳ
246 ἱκέτας προδοῦναι · καὶ τάδ’ ἀγχόνης πέλας .
247 ἀλλ’ ὤφελες μὲν εὐτυχέστερος μολεῖν ,
248 ὅμως δὲ καὶ νῦν μὴ τρέσῃς ὅπως σέ τις
249 σὺν παισὶ βωμοῦ τοῦδ’ ἀποσπάσει βίᾳ .
250 σὺ δ’ Ἄργος ἐλθὼν ταῦτά τ’ Εὐρυσθεῖ φράσον ,
251 πρὸς τοῖσδέ τ’ , εἴ τι τοισίδ’ ἐγκαλεῖ ξένοις ,
252 δίκης κυρήσειν · τούσδε δ’ οὐκ ἄξεις ποτέ .
Κῆρυξ
253 οὐκ ἢν δίκαιον τι καὶ νικῶ λόγῳ ;
Δημοφῶν
254 καὶ πῶς δίκαιον τὸν ἱκέτην ἄγειν βίᾳ ;