Ἰόλαος
680 κἄγωγε σὺν σοί · ταὐτὰ γὰρ φροντίζομεν ,
681 φίλοις παρόντες , ὡς ἔοιγμεν , ὠφελεῖν .
Θεράπων
682 ἥκιστα πρὸς σοῦ μῶρον ἦν εἰπεῖν ἔπος .
Ἰόλαος
683 καὶ μὴ μετασχεῖν γ’ ἀλκίμου μάχης φίλοις .
Θεράπων
684 οὐκ ἔστ’ ἐν ὄψει τραῦμα μὴ δρώσης χερός .
Ἰόλαος
685 τί δ’ ; οὐ σθένοιμι κἂν ἐγὼ δι’ ἀσπίδος ;
Θεράπων
686 σθένοις ἄν , ἀλλὰ πρόσθεν αὐτὸς ἂν πέσοις .
Ἰόλαος
687 οὐδεὶς ἔμ’ ἐχθρῶν προσβλέπων ἀνέξεται .
Θεράπων
688 οὐκ ἔστιν , τᾶν , ποτ’ ἦν ῥώμη σέθεν .
Ἰόλαος
689 ἀλλ’ οὖν μαχοῦνται γ’ ἀριθμὸν οὐκ ἐλάσσοσι .
Θεράπων
690 σμικρὸν τὸ σὸν σήκωμα προστίθης φίλοις .
Ἰόλαος
691 μή τοί μ’ ἔρυκε δρᾶν παρεσκευασμένον .
Θεράπων
692 δρᾶν μὲν σύ γ’ οὐχ οἷός τε , βούλεσθαι δ’ ἴσως .
Ἰόλαος
693 ὡς μὴ μενοῦντα τἄλλα σοι λέγειν πάρα .
Θεράπων
694 πῶς οὖν ὁπλίταις τευχέων ἄτερ φανῇ ;
Ἰόλαος
695 ἔστ’ ἐν δόμοισιν ἔνδον αἰχμάλωθ’ ὅπλα ,
696 τοῖς δ’ οὖσι χρησόμεσθα · κἀποδώσομεν
697 ζῶντες , θανόντας δ’ οὐκ ἀπαιτήσει θεός .
698 ἀλλ’ εἴσιθ’ εἴσω κἀπὸ πασσάλων ἑλὼν
699 ἔνεγχ’ ὁπλίτην κόσμον ὡς τάχιστά μοι .
700 αἰσχρὸν γὰρ οἰκούρημα γίγνεται τόδε ,
701 τοὺς μὲν μάχεσθαι , τοὺς δὲ δειλίᾳ μένειν .