Χορός
702 λῆμα μὲν οὔπω στόρνυσι χρόνος
703 τὸ σόν , ἀλλ’ ἡβᾷ , σῶμα δὲ φροῦδον .
704 τί πονεῖς ἄλλως σὲ μὲν βλάψει ,
705 σμικρὰ δ’ ὀνήσει πόλιν ἡμετέραν ;
706 χρὴ γνωσιμαχεῖν τὴν ἡλικίαν ,
707 τὰ δ’ ἀμήχαν’ ἐᾶν · οὐκ ἔστιν ὅπως
708 ἥβην κτήσῃ πάλιν αὖθις .
Ἀλκμήνη
709 τί χρῆμα μέλλεις σῶν φρενῶν οὐκ ἔνδον ὢν
710 λιπεῖν μ’ ἔρημον σὺν τέκνοις ἐμοῖς ; [ ... ]
Ἰόλαος
711 ἀνδρῶν γὰρ ἀλκή · σοὶ δὲ χρῆν τούτων μέλειν .
Ἀλκμήνη
712 τί δ’ ; ἢν θάνῃς σύ , πῶς ἐγὼ σωθήσομαι ;
Ἰόλαος
713 παιδὸς μελήσει παισὶ τοῖς λελειμμένοις .
Ἀλκμήνη
714 ἢν δ’ οὖν , μὴ γένοιτο , χρήσωνται τύχῃ ;
Ἰόλαος
715 οἵδ’ οὐ προδώσουσίν σε , μὴ τρέσῃς , ξένοι .
Ἀλκμήνη
716 τοσόνδε γάρ τοι θάρσος , οὐδὲν ἄλλ’ ἔχω .
Ἰόλαος
717 καὶ Ζηνὶ τῶν σῶν , οἶδ’ ἐγώ , μέλει πόνων .
Ἀλκμήνη
718 φεῦ ·
718a Ζεὺς ἐξ ἐμοῦ μὲν οὐκ ἀκούσεται κακῶς ·
719 εἰ δ’ ἐστὶν ὅσιος αὐτὸς οἶδεν εἰς ἐμέ .