Ἀμφιτρύων
497 σὺ μὲν τὰ νέρθεν εὐτρεπῆ ποιοῦ , γύναι ·
498 ἐγὼ δὲ σέ , Ζεῦ , χεῖρ’ ἐς οὐρανὸν δικὼν
499 αὐδῶ , τέκνοισιν εἴ τι τοισίδ’ ὠφελεῖν
500 μέλλεις , ἀμύνειν , ὡς τάχ’ οὐδὲν ἀρκέσεις .
501 καίτοι κέκλησαι πολλάκις · μάτην πονῶ ·
502 θανεῖν γάρ , ὡς ἔοικ’ , ἀναγκαίως ἔχει .
503 ἀλλ’ , γέροντες , μικρὰ μὲν τὰ τοῦ βίου ,
504 τοῦτον δ’ ὅπως ἥδιστα διαπεράσετε ,
505 ἐξ ἡμέρας ἐς νύκτα μὴ λυπούμενοι .
506 ὡς ἐλπίδας μὲν χρόνος οὐκ ἐπίσταται
507 σῴζειν , τὸ δ’ αὑτοῦ σπουδάσας διέπτατο .
508 ὁρᾶτ’ ἔμ’ ὅσπερ περίβλεπτος βροτοῖς
509 ὀνομαστὰ πράσσων , καί μ’ ἀφείλεθ’ τύχη
510 ὥσπερ πτερὸν πρὸς αἰθέρ’ ἡμέρᾳ μιᾷ .
511 δ’ ὄλβος μέγας τε δόξ’ οὐκ οἶδ’ ὅτῳ
512 βέβαιός ἐστι . χαίρετ’ · ἄνδρα γὰρ φίλον
513 πανύστατον νῦν , ἥλικες , δεδόρκατε .
Μεγάρα
514 ἔα ·
πρέσβυ , λεύσσω τἀμὰ φίλτατ’ · τί φῶ ;
Ἀμφιτρύων
515 οὐκ οἶδα , θύγατερ · ἀφασία δὲ κἄμ’ ἔχει .