Ἡρακλῆς
621 βέβηκ’ Ἀθήνας νέρθεν ἄσμενος φυγών .
622 ἀλλ’ εἶ’ , ὁμαρτεῖτ’ , τέκν’ , ἐς δόμους πατρί ·
623 καλλίονές τἄρ’ εἴσοδοι τῶν ἐξόδων
624 πάρεισιν ὑμῖν . ἀλλὰ θάρσος ἴσχετε
625 καὶ νάματ’ ὄσσων μηκέτ’ ἐξανίετε ·
626 σύ τ’ , γύναι μοι , σύλλογον ψυχῆς λαβὲ
627 τρόμου τε παῦσαι , καὶ μέθεσθ’ ἐμῶν πέπλων ·
628 οὐ γὰρ πτερωτὸς οὐδὲ φευξείω φίλους .
629 ,
οἵδ’ οὐκ ἀφιᾶσ’ , ἀλλ’ ἀνάπτονται πέπλων
630 τοσῷδε μᾶλλον · ὧδ’ ἔβητ’ ἐπὶ ξυροῦ ;
631 ἄξω λαβών γε τούσδ’ ἐφολκίδας χεροῖν ,
632 ναῦς δ’ ὣς ἐφέλξω · καὶ γὰρ οὐκ ἀναίνομαι
633 θεράπευμα τέκνων . πάντα τἀνθρώπων ἴσα ·
634 φιλοῦσι παῖδας οἵ τ’ ἀμείνονες βροτῶν
635 οἵ τ’ οὐδὲν ὄντες · χρήμασιν δὲ διάφοροι ·
636 ἔχουσιν , οἳ δ’ οὔ · πᾶν δὲ φιλότεκνον γένος . [ ... ] [ ... ]