Ἀμφιτρύων
1204 τέκνον · πάρες ἀπ’ ὀμμάτων
1205 πέπλον , ἀπόδικε , ῥέθος ἀελίῳ δεῖξον .
1206 βάρος ἀντίπαλον , δακρύοις συναμιλλαταί ,
1207 ἱκετεύομεν ἀμφὶ γενειάδα καὶ
1209 γόνυ καὶ χέρα σὰν προπίτνων , πολιόν τε
1210 δάκρυον ἐκβάλλων · ἰὼ παῖ , κατάσχεθε
1211 λέοντος ἀγρίου θυμόν , ὡς
1212 βρόμον ἐπὶ φόνιον ἀνόσιον ἐξάγῃ ,
1213 κακὰ θέλων κακοῖς συνάψαι , τέκνον .
Θησεύς
1214 εἶἑν · σὲ τὸν θάσσοντα δυστήνους ἕδρας
1215 αὐδῶ , φίλοισιν ὄμμα δεικνύναι τὸ σόν .
1216 οὐδεὶς σκότος γὰρ ὧδ’ ἔχει μέλαν νέφος ,
1217 ὅστις κακῶν σῶν συμφορὰν κρύψειεν ἄν .
1218 τί μοι προσείων χεῖρα σημαίνεις φόνον ;
1219 ὡς μὴ μύσος με σῶν βάλῃ προσφθεγμάτων ;
1220 οὐδὲν μέλει μοι σύν γε σοὶ πράσσειν κακῶς ·
1221 καὶ γάρ ποτ’ εὐτύχησα . ἐκεῖσ’ ἀνοιστέον ,
1222 ὅτ’ ἐξέσῳσάς μ’ ἐς φάος νεκρῶν πάρα .
1223 χάριν δὲ γηράσκουσαν ἐχθαίρω φίλων ,
1224 καὶ τῶν καλῶν μὲν ὅστις ἀπολαύειν θέλει ,
1225 συμπλεῖν δὲ τοῖς φίλοισι δυστυχοῦσιν οὔ .
1226 ἀνίστασ’ , ἐκκάλυψον ἄθλιον κάρα ,
1227 βλέψον πρὸς ἡμᾶς . ὅστις εὐγενὴς βροτῶν ,
1228 φέρει τά γ’ ἐκ θεῶν πτώματ’ οὐδ’ ἀναίνεται .