Τροφός
776 ἰοὺ ἰού ·
βοηδρομεῖτε πάντες οἱ πέλας δόμων ·
777 ἐν ἀγχόναις δέσποινα , Θησέως δάμαρ .
Χορός
778 φεῦ φεῦ , πέπρακται · βασιλὶς οὐκέτ’ ἔστι δὴ
779 γυνή , κρεμαστοῖς ἐν βρόχοις ἠρτημένη .
Τροφός
780 οὐ σπεύσετ’ ; οὐκ οἴσει τις ἀμφιδέξιον
781 σίδηρον , τόδ’ ἅμμα λύσομεν δέρης ;
Χορός
782 φίλαι , τί δρῶμεν ; δοκεῖ περᾶν δόμους
783 λῦσαί τ’ ἄνασσαν ἐξ ἐπισπαστῶν βρόχων ;
784 τί δ’ ; οὐ πάρεισι πρόσπολοι νεανίαι ;
785 τὸ πολλὰ πράσσειν οὐκ ἐν ἀσφαλεῖ βίου .
Τροφός
786 ὀρθώσατ’ ἐκτείνοντες ἄθλιον νέκυν ·
787 πικρὸν τόδ’ οἰκούρημα δεσπόταις ἐμοῖς .
Χορός
788 ὄλωλεν δύστηνος , ὡς κλύω , γυνή ·
789 ἤδη γὰρ ὡς νεκρόν νιν ἐκτείνουσι δή .
Θησεύς
790 γυναῖκες , ἴστε τίς ποτ’ ἐν δόμοις βοή ;
791 ἠχὼ βαρεῖα προσπόλων ἀφίκετο .
792 οὐ γάρ τί μ’ ὡς θεωρὸν ἀξιοῖ δόμος
793 πύλας ἀνοίξας εὐφρόνως προσεννέπειν .
794 μῶν Πιτθέως τι γῆρας εἴργασται νέον ;
795 πρόσω μὲν ἤδη βίοτος , ἀλλ’ ὅμως ἔτ’ ἂν
796 λυπηρὸς ἡμῖν τούσδ’ ἂν ἐκλίποι δόμους .
Χορός
797 οὐκ ἐς γέροντας ἥδε σοι τείνει τύχη ,
798 Θησεῦ · νέοι θανόντες ἀλγυνοῦσί σε .