Θησεύς
799 οἴμοι · τέκνων μοι μή τι συλᾶται βίος ;
Χορός
800 ζῶσιν , θανούσης μητρὸς ὡς ἄλγιστά σοι .
Θησεύς
801 τί φῄς ; ὄλωλεν ἄλοχος ; ἐκ τίνος τύχης ;
Χορός
802 βρόχον κρεμαστὸν ἀγχόνης ἀνήψατο .
Θησεύς
803 λύπῃ παχνωθεῖσ’ , ἀπὸ συμφορᾶς τινος ;
Χορός
804 τοσοῦτον ἴσμεν · ἄρτι γὰρ κἀγὼ δόμοις ,
805 Θησεῦ , πάρειμι σῶν κακῶν πενθήτρια .
Θησεύς
806 αἰαῖ · τί δῆτα τοῖσδ’ ἀνέστεμμαι κάρα
807 πλεκτοῖσι φύλλοις , δυστυχὴς θεωρὸς ὤν ;
808 χαλᾶτε κλῇθρα , πρόσπολοι , πυλωμάτων ,
825 ἐκλύεθ’ ἁρμούς , ὡς ἴδω πικρὰν θέαν
810 γυναικός , με κατθανοῦσ’ ἀπώλεσεν .
Χορός
811 ἰὼ ἰὼ τάλαινα μελέων κακῶν ·
ἔπαθες , εἰργάσω
812 τοσοῦτον ὥστε τούσδε συγχέαι δόμους .
813 αἰαῖ τόλμας , βιαίως θανοῦσ’
814 ἀνοσίῳ τε συμφορᾷ , σᾶς χερὸς
815 πάλαισμα μελέας .
816 τίς ἄρα σάν , τάλαιν’ , ἀμαυροῖ ζόαν ;