Θησεύς
817 ὤμοι ἐγὼ πόνων · ἔπαθον , πόλις ,
818 τὰ μάκιστ’ ἐμῶν κακῶν . τύχα ,
819 ὥς μοι βαρεῖα καὶ δόμοις ἐπεστάθης ,
820 κηλὶς ἄφραστος ἐξ ἀλαστόρων τινός .
821 κατακονὰ μὲν οὖν ἀβίοτος βίου ·
822 κακῶν δ’ , τάλας , πέλαγος εἰσορῶ
823 τοσοῦτον ὥστε μήποτ’ ἐκνεῦσαι πάλιν ,
824 μηδ’ ἐκπερᾶσαι κῦμα τῆσδε συμφορᾶς .
826 τίνα λόγον τάλας , τίνα τύχαν σέθεν
827 βαρύποτμον , γύναι , προσαυδῶν τύχω ;
828 ὄρνις γὰρ ὥς τις ἐκ χερῶν ἄφαντος εἶ ,
829 πήδημ’ ἐς Ἅιδου κραιπνὸν ὁρμήσασά μοι .
830 αἰαῖ αἰαῖ , μέλεα μέλεα τάδε πάθη .
831 πρόσωθεν δέ ποθεν ἀνακομίζομαι
832 τύχαν δαιμόνων
833 ἀμπλακίαισι τῶν πάροιθέν τινος .
Χορός
834 οὐ σοὶ τάδ’ , ὦναξ , ἦλθε δὴ μόνῳ κακά ,
835 πολλῶν μετ’ ἄλλων δ’ ὤλεσας κεδνὸν λέχος . [ ... ]