Θησεύς
877 βοᾷ βοᾷ δέλτος ἄλαστα . πᾷ φύγω
878 βάρος κακῶν ; ἀπὸ γὰρ ὀλόμενος οἴχομαι ,
879 οἷον οἷον εἶδον [ ἐν ] γραφαῖς μέλος
880 φθεγγόμενον τλάμων .
Χορός
881 αἰαῖ , κακῶν ἀρχηγὸν ἐκφαίνεις λόγον .
Θησεύς
882 τόδε μὲν οὐκέτι στόματος ἐν πύλαις
883 καθέξω δυσεκπέρατον , ὀλοὸν
884 κακόν · ἰὼ πόλις .
885 Ἱππόλυτος εὐνῆς τῆς ἐμῆς ἔτλη θιγεῖν
886 βίᾳ , τὸ σεμνὸν Ζηνὸς ὄμμ’ ἀτιμάσας .
887 ἀλλ’ , πάτερ Πόσειδον , ἃς ἐμοί ποτε
888 ἀρὰς ὑπέσχου τρεῖς , μιᾷ κατέργασαι
889 τούτων ἐμὸν παῖδ’ , ἡμέραν δὲ μὴ φύγοι
890 τήνδ’ , εἴπερ ἡμῖν ὤπασας σαφεῖς ἀράς .
Χορός
891 ἄναξ , ἀπεύχου ταῦτα πρὸς θεῶν πάλιν ·
892 γνώσῃ γὰρ αὖθις ἀμπλακών . ἐμοὶ πιθοῦ .
Θησεύς
893 οὐκ ἔστι · καὶ πρός γ’ ἐξελῶ σφε τῆσδε γῆς ,
894 δυοῖν δὲ μοίραιν θατέρᾳ πεπλήξεται ·
895 γὰρ Ποσειδῶν αὐτὸν εἰς Ἅιδου δόμους
896 θανόντα πέμψει τὰς ἐμὰς ἀρὰς σέβων ,
897 τῆσδε χώρας ἐκπεσὼν ἀλώμενος
898 ξένην ἐπ’ αἶαν λυπρὸν ἀντλήσει βίον .