Χορός
899 καὶ μὴν ὅδ’ αὐτὸς παῖς σὸς ἐς καιρὸν πάρα ,
900 Ἱππόλυτος · ὀργῆς δ’ ἐξανεὶς κακῆς , ἄναξ
901 Θησεῦ , τὸ λῷστον σοῖσι βούλευσαι δόμοις .
Ἱππόλυτος
902 κραυγῆς ἀκούσας σῆς ἀφικόμην , πάτερ ,
903 σπουδῇ · τὸ μέντοι πρᾶγμ’ ἐφ’ ᾧτινι στένεις
904 οὐκ οἶδα , βουλοίμην δ’ ἂν ἐκ σέθεν κλύειν .
905 ἔα , τί χρῆμα ; σὴν δάμαρθ’ ὁρῶ , πάτερ ,
906 νεκρόν · μεγίστου θαύματος τόδ’ ἄξιον ·
907 ἣν ἀρτίως ἔλειπον , φάος τόδε
908 οὔπω χρόνον παλαιὸν εἰσεδέρκετο .
909 τί χρῆμα πάσχει ; τῷ τρόπῳ διόλλυται ;
910 πάτερ , πυθέσθαι βούλομαι σέθεν πάρα .
911 σιγᾷς · σιωπῆς δ’ οὐδὲν ἔργον ἐν κακοῖς ·
912 γὰρ ποθοῦσα πάντα καρδία κλύειν
913 κἀν τοῖς κακοῖσι λίχνος οὖσ’ ἁλίσκεται .
914 οὐ μὴν φίλους γε κἄτι μᾶλλον φίλους
915 κρύπτειν δίκαιον σάς , πάτερ , δυσπραξίας .
Θησεύς
916 πόλλ’ ἁμαρτάνοντες ἄνθρωποι μάτην ,
917 τί δὴ τέχνας μὲν μυρίας διδάσκετε
918 καὶ πάντα μηχανᾶσθε κἀξευρίσκετε ,
919 ἓν δ’ οὐκ ἐπίστασθ’ οὐδ’ ἐθηράσασθέ πω ,
920 φρονεῖν διδάσκειν οἷσιν οὐκ ἔνεστι νοῦς ;