Κρέουσα
362 σιγῶ · πέραινε δ’ ὧν σ’ ἀνιστορῶ πέρι .
Ἴων
363 οἶσθ’ οὖν κάμνει τοῦ λόγου μάλιστά σοι ;
Κρέουσα
364 τί δ’ οὐκ ἐκείνῃ τῇ ταλαιπώρῳ νοσεῖ ;
Ἴων
365 πῶς θεὸς λαθεῖν βούλεται μαντεύσεται ;
Κρέουσα
366 εἴπερ καθίζει τρίποδα κοινὸν Ἑλλάδος .
Ἴων
367 αἰσχύνεται τὸ πρᾶγμα · μὴ ’ξέλεγχέ νιν .
Κρέουσα
368 ἀλγύνεται δέ γ’ παθοῦσα τῇ τύχῃ .
Ἴων
369 οὐκ ἔστιν ὅστις σοι προφητεύσει τάδε .
370 ἐν τοῖς γὰρ αὑτοῦ δώμασιν κακὸς φανεὶς
371 Φοῖβος δικαίως τὸν θεμιστεύοντά σοι
372 δράσειεν ἄν τι πῆμα . ἀπαλλάσσου , γύναι .
373 τῷ γὰρ θεῷ τἀναντί’ οὐ μαντευτέον .
374 ἐς γὰρ τοσοῦτον ἀμαθίας ἔλθοιμεν ἄν ,
375 εἰ τοὺς θεοὺς ἄκοντας ἐκπονήσομεν
376 φράζειν μὴ θέλουσιν , προβωμίοις
377 σφαγαῖσι μήλων δι’ οἰωνῶν πτεροῖς .
378 ἃν γὰρ βίᾳ σπεύδωμεν ἀκόντων θεῶν ,
379 ἄκοντα κεκτήμεσθα τἀγάθ’ , γύναι ·
380 δ’ ἂν διδῶσ’ ἑκόντες , ὠφελούμεθα .
Χορός
381 πολλαί γε πολλοῖς εἰσι συμφοραὶ βροτῶν ,
382 μορφαὶ δὲ διαφέρουσιν · ἓν δ’ ἂν εὐτυχὲς
383 μόλις ποτ’ ἐξεύροι τις ἀνθρώπων βίῳ .